Τετάρτη, 30 Ιουνίου 2010

Χρεοκοπία του λαού ή των μονοπωλίων;

Αναδημοσιεύουμε ένα ακόμα εξαιρετικό άρθρο του "Ριζοσπάστη" της 27ης Ιούνη 2010.

Καθώς αυξάνεται η λαϊκή δυσαρέσκεια που προκαλούν οι συνέπειες της κρίσης και η αντιλαϊκή επίθεση της κυβέρνησης, μεγαλώνουν και οι πιθανότητες να δημιουργηθεί ρωγμή στο πολιτικό σύστημα κυριαρχίας της άρχουσας τάξης το επόμενο διάστημα.

Αντίστοιχα, εντείνεται η προσπάθεια της αστικής τάξης να αναμορφώσει το πολιτικό σύστημα, να αξιοποιήσει το ρεφορμιστικό ρεύμα μέσα στο εργατικό κίνημα, αλλά και τα οπορτουνιστικά αναχώματα σε πολιτικό επίπεδο, ώστε να εγκλωβίσει τη λαϊκή δυσαρέσκεια και τις αυθόρμητες αντιδράσεις. Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο, θα πρέπει να αξιολογήσουμε την πρόταση του ΣΥΝ για «αναδιαπραγμάτευση του χρέους», καθώς και την παραλλαγή της από Πρωτοβουλία «αριστερών οικονομολόγων», που προβάλλει τη γραμμή «παύση πληρωμών - έξοδο της χώρας από το ευρώ». Στη συγκεκριμένη πρωτοβουλία, συμμετέχουν στελέχη απ' όλο το φάσμα του οπορτουνιστικού ρεύματος (απ' τον ΣΥΡΙΖΑ μέχρι το ΝΑΡ).

Αυτή η πρόταση εναλλακτικής διαχείρισης διανθίζεται από ορισμένους απ' τους υπογράφοντες με αντικαπιταλιστικές κορόνες και προσπάθειες εμφάνισης της συγκεκριμένης προσπάθειας σαν τακτικής που διευκολύνει τη συσπείρωση δυνάμεων σε αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση.

Η Πρωτοβουλία απευθύνεται στην αστική κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, απαιτώντας απ' αυτήν να θέσει φραγμό στην ασυδοσία των τραπεζών και προτείνοντας «παύση πληρωμών του χρέους και την επαναδιαπραγμάτευση, με στόχο τη μείωση ή τη διαγραφή του». Υποδεικνύει στην κυβέρνηση ότι μπορούσε να ακολουθήσει άλλους δρόμους οικονομικής πολιτικής απ' την αποδοχή των δεσμεύσεων του Μνημονίου και την εγκαλεί, γιατί εγκατέλειψε την προεκλογική υπόσχεσή της, που, σύμφωνα μ' αυτήν, ήταν η αναδιανομή του εισοδήματος προς όφελος των εργαζομένων!

Η συγκεκριμένη πρόταση προς την κυβέρνηση για «στάση πληρωμών» εστιάζει καταρχήν στο ζήτημα του δημόσιου χρέους, απομονώνοντάς το από τον ταξικό χαρακτήρα της ανάπτυξης, τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, την αιτία εκδήλωσης της κρίσης, τους παράγοντες που διαμορφώνουν την ανισόμετρη θέση μιας καπιταλιστικής οικονομίας μέσα στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα. Σ' αυτήν τη λαθεμένη αντίληψη που αναδείκνυε το δημόσιο χρέος σαν βασική αιτία εξαθλίωσης του λαού, αναφέρθηκε ήδη ο Μαρξ στην εποχή του, στην κριτική που άσκησε στον Κόμπετ και στον Ντάμπλντεϊ.

Η διόγκωση του δημόσιου χρέους και των ελλειμμάτων είναι μια απ' τις συνέπειες της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Στη χώρα μας, το δημόσιο χρέος διογκώθηκε μέσα από την υπέρογκη κρατική χρηματοδότηση και τις φοροελαφρύνσεις του μεγάλου κεφαλαίου, τις μεγάλες δαπάνες εξοπλισμού για σχέδια του ΝΑΤΟ, την έκθεση της εγχώριας παραγωγής στον «ανταγωνισμό της απελευθερωμένης αγοράς της ΕΕ». Η εκδήλωση της καπιταλιστικής κρίσης οξύνει πάντα τις συνέπειες της υπερχρέωσης και αυξάνει το κόστος δανεισμού του κράτους. Αυτό συμβαίνει και σήμερα.

Ο πραγματικός αντίπαλος

Η συγκεκριμένη πρόταση συσκοτίζει την πραγματική αιτία που οδηγεί στην κλιμάκωση της αντιλαϊκής επίθεσης με την προώθηση των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων διεθνώς π.χ. στις ΗΠΑ και σ' όλα τα κράτη - μέλη της ΕΕ. Πρόκειται για τη στρατηγική επιλογή μείωσης της τιμής της εργατικής δύναμης, προκειμένου να θωρακιστεί η ανταγωνιστικότητα και η κερδοφορία των αμερικανικών και ευρωπαϊκών μονοπωλίων στον αδυσώπητο ανταγωνισμό στη διεθνή καπιταλιστική αγορά, που συνοδεύεται από την άνοδο της Κίνας και άλλων ανερχόμενων ασιατικών καπιταλιστικών κρατών.

Για να θωρακιστεί η ανταγωνιστικότητα του κεφαλαίου, η εργατική τάξη πληρώνει με τον ιδρώτα και το αίμα της στη φάση των υψηλών ρυθμών ανάπτυξης και κερδοφορίας. Πληρώνει πολύ περισσότερο στη φάση της κρίσης. Πληρώνει και όταν το δημόσιο χρέος είναι υψηλό και όταν μειώνεται.

Γι' αυτό και η κλιμάκωση της αντιλαϊκής επίθεσης και η προώθηση των αναδιαρθρώσεων, σύμφωνα με τη στρατηγική «Ευρώπη 2020», είναι σήμερα κοινή σ' όλα τα κράτη - μέλη της ΕΕ:
  • Στον Γερμανό εργάτη, που η χώρα του δεν παρουσιάζει δημοσιονομικό εκτροχιασμό και εμφανίζει ρυθμό αναιμικής ανάκαμψης.
  • Στον Βρετανό και στον Δανό εργάτη, που οι χώρες τους βρίσκονται εκτός ευρωζώνης.
  • Στον Γάλλο εργάτη, παρ' όλο που η χώρα του βρίσκεται μεταξύ των πιο ισχυρών οικονομιών της ΕΕ.
Εξάλλου, το ανταγωνιστικό πλεόνασμα και η καλή δημοσιονομική κατάσταση της Γερμανίας, για μια δεκαετία πριν την εκδήλωση της κρίσης, δε προστάτευσε τις εργατικές κατακτήσεις από τη σαρωτική επίθεση.

Δεν πρόκειται για ιστορικό παράδοξο. Ο Λένιν εξετάζοντας στην εποχή του το πρόβλημα των κρατικών χρεών στο Β' Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς διαπιστώνει ότι σε κάθε πιστώτρια χώρα οι εργάτες βρίσκονταν επίσης σε αφόρητη κατάσταση. Επισήμανε ότι η θέση της εργατικής τάξης επιδεινώνεται σε αστικά κράτη - πιστωτές όπως και στα αστικά κράτη - οφειλέτες.

Κάνουμε αυτή τη μικρή ιστορική παρένθεση, γιατί ορισμένοι «αναλυτές» της Πρωτοβουλίας επιχειρούν να διαστρεβλώσουν την προσέγγιση του Μαρξ και του Λένιν στο ζήτημα με επιλεκτικές αναφορές. Οι πιο συχνές αναφορές αφορούν την εισήγηση των Μαρξ - Ενγκελς στην Λίγκα Κομμουνιστών του 1850 και τη θέση του Λένιν για το «Πρόγραμμα Ειρήνης» το 1916.

Σε αντίθεση με ορισμένους «αναλυτές» της προαναφερόμενης Πρωτοβουλίας, οι Μαρξ - Ενγκελς στην εισήγηση της ΚΕ προς τη Λίγκα των Κομμουνιστών δεν καλούν τους εργάτες να σώσουν τη χώρα τους (το αστικό κράτος) από τη χρεοκοπία. Γράφουν ότι αν οι «δημοκράτες» ζητούν τη ρύθμιση χρεών, τότε οι εργάτες πρέπει να απαιτήσουν την κρατική χρεοκοπία. Στην προαναφερόμενη εισήγηση, οι Μαρξ - Ενγκελς κάνουν επίσης διάκριση στα καθήκοντα του προλεταριάτου στη διάρκεια του επαναστατικού αστικοδημοκρατικού αγώνα της εποχής εκείνης και στα νέα καθήκοντα του προλεταριάτου, αφού επικρατήσει η αστική δημοκρατία. Τονίζουν ότι το προλεταριάτο δεν πρέπει ποτέ να γίνει εξάρτημα της επίσημης αστικής δημοκρατίας και να παρασυρθεί απ' τα λόγια των «μικροαστών δημοκρατών».

Αντίστοιχα, ο Λένιν στο «Πρόγραμμα Ειρήνης» που προβάλλει το 1916 δεν περιορίζεται στη διεκδίκηση ενός αθροίσματος ριζοσπαστικών στόχων και συνθημάτων όπως η «δημοκρατική ειρήνη» και η άρνηση πληρωμής του χρέους. Ο Λένιν τονίζει ότι το Πρόγραμμα πρέπει να εξηγεί στο λαό πως ούτε μία απ' τις βασικές δημοκρατικές διεκδικήσεις δεν είναι πραγματοποιήσιμη σε σταθερή κλίμακα στα ιμπεριαλιστικά κράτη, παρά μόνο με επαναστατικές μάχες κάτω από τη σημαία του σοσιαλισμού. Γι' αυτό, άλλωστε, ξεκαθαρίζει πως εξαπατά το προλεταριάτο όποιος υπόσχεται «δημοκρατική ειρήνη», χωρίς να προπαγανδίζει ταυτόχρονα και τη σοσιαλιστική επανάσταση.

Δε θα επεκταθούμε σε αναλυτικές αναφορές σ' αυτό το συνοπτικό άρθρο. Θα υπενθυμίσουμε όμως ότι σταθερή κατεύθυνση λενινιστικής στρατηγικής σε όλες τις διαφορετικές φάσεις του αγώνα ήταν η διασφάλιση της πολιτικής ανεξαρτησίας του προλεταριάτου, η προσέλκυση κοινωνικών συμμαχιών, η αποδυνάμωση της επιρροής της αστικής τάξης σε ενδιάμεσα κοινωνικά στρώματα.

Γι' αυτό και η λενινιστική τακτική στόχευε πάντα στην ήττα των αστικών εργατικών κομμάτων της εποχής, των μενσεβίκων και των εσέρων, ως προϋπόθεση για τη νίκη της επανάστασης. Γι' αυτό και δε στοιχήθηκε πίσω από κανένα τμήμα της αστικής τάξης και καμιά γραμμή αστικής διαχείρισης.

Διαχείριση ή ρήξη;

Αντίστοιχα στις σημερινές συνθήκες το ΚΚΕ διεξάγει σκληρό μακροχρόνιο αγώνα, για να εδραιωθεί και να βαθύνει ο αντιιμπεριαλιστικός αντιμονοπωλιακός προσανατολισμός του λαϊκού κινήματος, στον αντίποδα προτάσεων ενσωμάτωσης, διαχείρισης και ταξικής συνεργασίας.

Πριν ακόμα εκδηλωθεί η κρίση στην ελληνική οικονομία, μόνο το ΚΚΕ ανέδειξε έγκαιρα και με σαφήνεια την πραγματική αιτία για την κρίση και για τη διόγκωση του δημόσιου χρέους. Τόνισε ότι οι εργαζόμενοι δεν είναι συνυπεύθυνοι και δεν πρέπει να πληρώσουν και πρόβαλε τη γραμμή ανατροπής των κατευθύνσεων της ΕΕ και της άρχουσας τάξης. Ομως, δεν περιορίστηκε σε αυτά. Κάλεσε και καλεί το λαϊκό κίνημα να ανασυνταχτεί και να αντεπιτεθεί με ριζοσπαστικό πλαίσιο πάλης, ώστε να πληρώσουν τα μονοπώλια και να διαμορφωθούν οι συνθήκες για να ανοίξει διαφορετικός δρόμος ανάπτυξης, με γνώμονα την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών στον αντίποδα του κέρδους και της εξουσίας του μεγάλου κεφαλαίου.

Το αίτημα «να αρνηθεί ο λαός να πληρώσει το δημόσιο χρέος και τα νέα βάρη της κρίσης» μπορεί να συμβάλει στη κλιμάκωση της πάλης, μόνο αν ενταχθεί ξεκάθαρα σε γραμμή ρήξης και ανατροπής απέναντι στην καπιταλιστική εξουσία.

Η άρνηση πληρωμής του χρέους μπορεί, σε τελευταία ανάλυση, να αξιοποιηθεί σε όφελος του λαού, μόνο αν υπάρξει ανατροπή στο επίπεδο της εξουσίας. Σε συνθήκες λαϊκής εξουσίας και αποδέσμευσης της χώρας απ' τα ιμπεριαλιστικά κέντρα, μπορεί πράγματι να υπάρξει άρνηση πληρωμής του δημόσιου χρέους, αξιοποιώντας και τις υπάρχουσες ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις.

Αντίθετα, η πρόταση των «αριστερών» οικονομολόγων προς την κυβέρνηση για «παύση πληρωμών - έξοδο από το ευρώ» περιορίζει το λαϊκό κίνημα στην απαίτηση μιας εναλλακτικής διαχείρισης μέσα στο πλαίσιο της ΕΕ και της «απελευθερωμένης» καπιταλιστικής αγοράς. Εγκλωβίζει το λαϊκό κίνημα στην ουτοπική αναζήτηση φιλολαϊκής αστικής διακυβέρνησης και στην ενδοαστική διαπάλη για το ποια μερίδα της αστικής τάξης και ποιο ιμπεριαλιστικό κέντρο θα κερδίσει περισσότερο από τη διαχείριση της υπερχρέωσης του κράτους.
 
Οπως διδάσκει η ιστορική πείρα, η παύση πληρωμών αξιοποιήθηκε και απ' τις αστικές κυβερνήσεις σαν διαχειριστική επιλογή, ιδιαίτερα σε συνθήκες εκδήλωσης της καπιταλιστικής κρίσης και όξυνσης της υπερχρέωσης του αστικού κράτους. Η κρίση υπερπαραγωγής στον αγροτικό τομέα (σταφίδα) της Ελλάδας και η παύση πληρωμών από την αστική κυβέρνηση του Χ.Τρικούπη το 1893, καθώς και το παράδειγμα της Αργεντινής το 2001 είναι χαρακτηριστικά. Ο λαός της Αργεντινής συνέχισε να πληρώνει πολλαπλά τα βάρη της αστικής επιλογής για «παύση πληρωμών και υποτίμηση του νομίσματος». Το λαϊκό εισόδημα και η αγοραστική δύναμη των εργαζόμενων μειώθηκαν δραματικά, οι καταθέσεις δεσμεύτηκαν για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, η ανεργία, η φτώχεια και ο πληθωρισμός εκτινάχθηκαν στα ύψη, ενώ η Αργεντινή συνέχισε να βαδίζει στο δρόμο της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Οποιος «αναλυτής» προτείνει, λοιπόν, να κάνουμε στην Ελλάδα ό,τι «έκαναν οι Αργεντίνοι στη χώρα τους για να γλιτώσουν απ' την καταστροφή», αποκαλύπτει το πραγματικό ταξικό του πρόσωπο. Το αποτέλεσμα της «παύσης πληρωμών» στην Αργεντινή ήταν να πληρώσει και πάλι ο λαός με διαφορετικό τρόπο και να συνεχίσει η εργατική τάξη να ζει κάτω απ' το ζυγό της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.

Ο ανταγωνισμός των μονοπωλιακών ομίλων

Συχνά, επίσης, απ' τους ίδιους κύκλους προβάλλεται το επιχείρημα ότι, αφού η «παύση πληρωμών» δεν υιοθετείται σήμερα από την κυβέρνηση και τις δυνάμεις του κεφαλαίου αυτό τάχα αποτελεί απόδειξη ότι η συγκεκριμένη γραμμή δεν είναι διαχειριστική. Ο συγκεκριμένος συλλογισμός φαίνεται να αγνοεί ότι υπάρχουν ανταγωνιζόμενα τμήματα στο εσωτερικό της άρχουσας τάξης, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς. Αγνοεί, επίσης, σκόπιμα ότι η αστική τάξη αναζητά και προετοιμάζει πάντα εναλλακτικές λύσεις διαχείρισης για να διαφυλάξει την εξουσία της.

Ετσι, η προβολή της συγκεκριμένης γραμμής των «αριστερών» οικονομολόγων μπορεί να υπηρετήσει τελικά τον αστικό σχεδιασμό για το επόμενο διάστημα και τα συμφέροντα συγκεκριμένων τμημάτων του μεγάλου κεφαλαίου.

Προετοιμάζει τη λαϊκή συνείδηση να αποδεχτεί ως πιο συμφέρουσα μια πρόταση επαναδιαπραγμάτευσης του χρέους την οποία ήδη προετοιμάζει σαν εναλλακτική λύση η κυβέρνηση, με τη συνδρομή του χρηματοπιστωτικού οίκου Lazard, καθώς και η Επιτροπή Σοφών της ΕΕ.

Μια ελεγχόμενη πτώχευση και στη συνέχεια επαναδιαπραγμάτευση του χρέους, σε συνδυασμό με μια υποτίμηση του νομίσματος της χώρας θα εξυπηρετούσε τα επενδυτικά σχέδια κυρίως εφοπλιστικών και τραπεζικών ομίλων, που περιμένουν να αγοράσουν πάμφθηνα τα «φιλέτα» της δημόσιας περιουσίας, υποδομές και μεγάλες εκτάσεις γης. Αντίστοιχα, μεγάλα κέρδη ήδη έχουν ξένοι επενδυτικοί οίκοι που κατέχουν τίτλους ασφάλιστρων κινδύνου των ελληνικών κρατικών ομολόγων, κέρδη - αποζημιώσεις που θα αυξηθούν ακόμα περισσότερο σε περίπτωση στάσης πληρωμών από μια αστική κυβέρνηση που θα επαναδιαπραγματευθεί το χρέος στη συνέχεια.

Η αποσταθεροποίηση της ευρωζώνης με μια έξοδο της Ελλάδας απ' το ευρώ αφορά επίσης τον ανταγωνισμό ιμπεριαλιστικών κέντρων, τον πόλεμο ευρώ - δολαρίου ως διεθνών αποθεματικών νομισμάτων. Δεν είναι τυχαίο ότι οι περισσότερες αναλύσεις που συνιστούν παύση πληρωμών και έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη προέρχονται από αγγλοσαξονικούς και αμερικανικούς ακαδημαϊκούς κύκλους καθώς και ομίλους των ΜΜΕ, π.χ. Wall Street Journal, Financial Times, New York Times.

Στην ξεκάθαρη κριτική που ασκεί το ΚΚΕ σε αυτή τη γραμμή διαχείρισης, επιχείρησαν να απαντήσουν ορισμένοι αρθρογράφοι. Ισχυρίστηκαν ότι ασκούμε αυθαίρετη κριτική και διαστρεβλώνουμε το ριζοσπαστικό περιεχόμενο του κειμένου της Πρωτοβουλίας των «αριστερών οικονομολόγων» και ότι ταυτίζουμε λαθεμένα την πρότασή τους για άρνηση πληρωμής του χρέους με αυτήν του ΣΥΝ για «αναδιαπραγμάτευση του χρέους».

Το συγκεκριμένο κείμενο υπογραφών αναφέρει κυριολεκτικά ως κοινωνική αναγκαιότητα την «παύση πληρωμών του χρέους και την επαναδιαπραγμάτευση με στόχο τη μείωση ή τη διαγραφή του» και ζητά από την κυβέρνηση «την εφαρμογή μέσω του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων μιας μακρόπνοης βιομηχανικής πολιτικής». Ποια είναι, λοιπόν, τάχα η θεμελιώδης διαφορά με τις προτάσεις διαφόρων συνιστωσών του ΣΥΡΙΖΑ που ζητούν αναδιαπραγμάτευση του χρέους και επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, για να δοθεί ώθηση στην καπιταλιστική ανάπτυξη; Ακριβώς επειδή τέτοια μεγάλη διαφορά δεν υπάρχει, οι αναλύσεις των συγκεκριμένων «αριστερών οικονομολόγων» προβάλλονται από όλα τα έντυπα του ΣΥΡΙΖΑ, απ' την «Αυγή» μέχρι το «Δρόμο».

Αρκεί πιστεύουμε μια απλή αναφορά σε βασικά σημεία του κειμένου των «αριστερών οικονομολόγων», για να διαπιστώσουμε πού βρίσκεται η αλήθεια. Οι υπογράφοντες το κείμενο υποδεικνύουν ότι η Ελλάδα θα μπορούσε αντί να προσφύγει στο ΔΝΤ και την ΕΚΤ να απευθυνθεί στη Ρωσία, στις Αραβικές χώρες, στην Κίνα και να απαιτήσει διμερή δανεισμό ως εναλλακτική λύση. Συνιστά άραγε η συγκεκριμένη θέση γραμμή αντιιμπεριαλιστικής πάλης ή πρόταση για διαφορετική ιεράρχηση των συμμαχιών της αστικής τάξης μέσα στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα;

Η Πρωτοβουλία «αριστερών» οικονομολόγων καλεί επίσης το λαό να ανατρέψει τη νέα κατοχή, που συνιστά η προσφυγή στο μηχανισμό διάσωσης του ΔΝΤ και της ΕΕ και καλεί σε ακύρωση των σχεδίων υποταγής στο ΔΝΤ. Στο ίδιο μήκος κύματος, με συνειδητή ασάφεια, κινούνται ορισμένες συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ υπό την ηγεσία του Αλ. Αλαβάνου, ο οποίος καλεί μάλιστα σε συγκρότηση νέου ΕΑΜ, με άμεσο στόχο την ανατροπή του κυβερνητικού προγράμματος ΔΝΤ - ΕΕ.

Η συγκεκριμένη πρόταση συσκοτίζει τον ενεργό ρόλο της αστικής τάξης στην Ελλάδα στην επίθεση στα δικαιώματα και στο εισόδημα του λαού. Εμφανίζει την πολιτική που ακολουθείται ως αποτέλεσμα εξωτερικών πιέσεων κάποιων ιμπεριαλιστικών οργανισμών όπως το ΔΝΤ προς την κυβέρνηση. Αποσιωπά τη διαπλοκή του εγχώριου με το ξένο κεφάλαιο, τη σημαντική εξαγωγή κεφαλαίου πριν την κρίση και μέσα στην κρίση, την αύξηση του πλουτισμού για κάποιους μέσα στην κρίση. Παρουσιάζει σαν νέο φαινόμενο την εθελοντική εκχώρηση ορισμένων κυριαρχικών δικαιωμάτων απ' την άρχουσα τάξη στην οποία προχωρά με βασικό στόχο να θωρακίσει την εξουσία της και να διασφαλίσει την κερδοφορία της.

Αποδέσμευση απ' την ΕΕ με λαϊκή εξουσία

Το ΚΚΕ δεν περίμενε την έλευση του ΔΝΤ για να καλέσει το λαό σε ξεσηκωμό και να θυμηθεί την ιστορική πείρα της περιόδου '40 - '49. Εναντιώθηκε έγκαιρα στην ΕΕ, στην ΟΝΕ και στη Συνθήκη του Μάαστριχτ, όταν πολλοί απ' αυτούς που όψιμα ανησυχούν, στήριζαν στην πράξη τη λογική του ευρωμονόδρομου και του συμβιβασμού.

Το ΚΚΕ πάλεψε και παλεύει για την οικοδόμηση της κοινωνικής συμμαχίας που θα αμφισβητήσει στην πράξη και θα ανατρέψει τελικά την εξουσία των μονοπωλίων.

Σ' αυτήν την κατεύθυνση, προβάλλει με αγωνιστική συνέπεια πραγματικές ριζοσπαστικές αιχμές συσπείρωσης, που ανοίγουν το δρόμο προς την αποφασιστική σύγκρουση όπως η απαίτηση για πλήρη - σταθερή εργασία, αποκλειστικά δημόσια και δωρεάν Υγεία και Παιδεία, άμεση αφαίρεση πλούτου, κερδών, κινητής και ακίνητης περιουσίας από τους μονοπωλιακούς ομίλους για να καλυφθούν οι βασικές λαϊκές ανάγκες. Προσανατολίζει το λαό για να μην εγκλωβιστεί στην αστική διαπάλη για το ποιο τμήμα του κεφαλαίου θα πληγεί περισσότερο από τις διάφορες επιλογές διαχείρισης του δημόσιου χρέους, δηλαδή οι όμιλοι - πιστωτές του ελληνικού κράτους ή ορισμένοι εγχώριοι όμιλοι που διεκδικούν άμεσα μεγαλύτερο μερίδιο κρατικής χρηματοδότησης.
 
Καλεί το λαϊκό κίνημα να κινηθεί προς την πραγματική διέξοδο απ' την κρίση με την οργάνωση της πάλης για αποδέσμευση από την ΕΕ με λαϊκή εξουσία. Καλεί στο δρόμο της κοινωνικοποίησης των βασικών μέσων παραγωγής, του επιστημονικού κεντρικού σχεδιασμού της οικονομίας, με λαϊκή συμμετοχή και εργατικό έλεγχο. Το μόνο δρόμο που μπορεί να δώσει ώθηση στις εγχώριες παραγωγικές δυνατότητες και να οδηγήσει στην ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών.

Η απάντηση στην κρίση και στις συνέπειές της, απ' τη σκοπιά του λαϊκού συμφέροντος, δεν μπορεί να έρθει με την εναλλαγή των αστικών κομμάτων στη διακυβέρνηση ή με συμμαχία μεταξύ τους και μεταξύ αστικών και οπορτουνιστικών κομμάτων. Αλλά, ούτε με αυθόρμητα ξεσπάσματα για αποσπασματικές διεκδικήσεις που μπορούν εύκολα να ενσωματωθούν στο πλαίσιο του συστήματος. Απαιτεί σκληρό και μεγάλης διάρκειας ταξικό πόλεμο με την αστική τάξη και τα ιμπεριαλιστικά κέντρα.

Οι μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις του ΠΑΜΕ το προηγούμενο διάστημα, και ιδιαίτερα το Μάη, απέδειξαν ότι μεγαλώνουν οι δυνατότητες των εργαζομένων, για να μετατρέψουν την οικονομική κρίση σε βαθιά ρωγμή και κρίση του πολιτικού συστήματος. Σε αυτές τις συνθήκες και μπροστά στις μεγάλες μάχες που διεξάγονται τώρα και είναι μπροστά μας για το ασφαλιστικό, τις εργασιακές σχέσεις, τις συλλογικές συμβάσεις, θα ήταν εγκληματικό λάθος το εργατικό κίνημα να βαδίσει «κάτω από ξένη σημαία» οποιουδήποτε τμήματος της αστικής τάξης. Αυτό το λάθος το ΚΚΕ δεν θα το επιτρέψει. Θα συμβάλει αποφασιστικά στην οργάνωση της λαϊκής αντεπίθεσης, με στόχο την κατάκτηση της εξουσίας. 

του Μάκη ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ
μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, υπεύθυνος του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ

Τρίτη, 15 Ιουνίου 2010

Το φόβητρο της χρεοκοπίας και η διέξοδος της λαϊκής αντεπίθεσης

Αναδημοσιεύουμε σήμερα το άρθρο με τον παραπάνω τίτλο,
από το "ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ" της 30/5/2010.

























Η συμφωνία σχετικά με την προσφυγή στο Μηχανισμό Στήριξης της ελληνικής οικονομίας απ' τα κράτη - μέλη της Ευρωζώνης και το ΔΝΤ, προβλήθηκε απ' τα αστικά μέσα μαζικής ενημέρωσης σαν η αναγκαία επιλογή για τη σωτηρία της χώρας απ' τη χρεοκοπία και τους «κερδοσκόπους των αγορών». Η προπαγανδιστική εκστρατεία των μηχανισμών της άρχουσας τάξης για τη στήριξη της κυβέρνησης, που επιχειρεί να εμφανίσει σαν πατριωτική πράξη τη μεγαλύτερη αντιλαϊκή επίθεση στην περίοδο της μεταπολίτευσης, ήταν πράγματι εντυπωσιακή.
Ωστόσο, η συγκάλυψη της πραγματικότητας με επικοινωνιακά ψευτοδιλήμματα θα γίνεται όλο και πιο δύσκολη το επόμενο διάστημα. Η αλήθεια είναι ότι η συμφωνία αφορά σε ένα μηχανισμό δανεισμού της χώρας με υψηλό επιτόκιο και πραγματικούς στόχους:
  • Τη διασφάλιση των γαλλικών, γερμανικών, βρετανικών και εγχώριων ομίλων που έχουν δανείσει το ελληνικό δημόσιο και ελέγχουν πάνω από το 50% του ελληνικού δημόσιου χρέους.
  • Τη θωράκιση του ευρώ στον ανταγωνισμό των νομισμάτων.
  • Τη στήριξη των εγχώριων μονοπωλιακών ομίλων και των τραπεζών, για τις οποίες προβλέπεται πακέτο πρόσθετων εγγυήσεων 10 δισ. ευρώ. Οι μονοπωλιακοί όμιλοι είχαν πάνω από 50 δισ. ευρώ κέρδη την εξαετία πριν την κρίση, ενώ το 2009 που εκδηλώθηκε η κρίση τα κέρδη τους έφτασαν τα 6 δισ. ευρώ.
  • Την αξιοποίηση του δανεισμού ως μοχλού για την προώθηση συνεχών κυμάτων αντιλαϊκών μέτρων με στόχο την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης και την κατεδάφιση δικαιωμάτων της εργατικής τάξης.
Μέσα από τη φοροεπιδρομή, την επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων, την κατεδάφιση ασφαλιστικών δικαιωμάτων, τη μείωση μισθών και συντάξεων, την αναδιάρθρωση της αγοράς εργασίας, πλατιά λαϊκά στρώματα έχουν ήδη μπει στην τροχιά της απόλυτης επιδείνωσης της θέσης τους.

Νέες θυσίες για ένα μαύρο μέλλον;

Ο συγκεκριμένος Μηχανισμός δεν μπορεί να αντιμετωπίσει την αιτία εκδήλωσης της κρίσης υπερσυσσώρευσης, την αιτία διόγκωσης του δημόσιου χρέους και την ένταση της ανισομετρίας στο εσωτερικό της Ευρωζώνης.


Η αυξανόμενη δυσκολία της αστικής πολιτικής να διαχειριστεί την εξέλιξη της κρίσης δεν αφορά μόνο στην Ελλάδα. Στις ΗΠΑ, στην Ιαπωνία, στην Ευρωζώνη, αναδεικνύονται οι μεγάλες δυσκολίες και τα αδιέξοδα των διαφόρων εκδοχών της αστικής διαχείρισης. Η επεκτατική πολιτική διαχείρισης, η οποία ενισχύει τους μονοπωλιακούς ομίλους με μεγάλα πακέτα κρατικής στήριξης, οδηγεί σε μεγάλη υπερχρέωση των κρατών και εμποδίζει την απαξίωση κεφαλαίου, ενώ η περιοριστική πολιτική συμβάλλει σε παρατεταμένη βαθιά ύφεση.

Η αστική πολιτική ματαιοπονεί προσπαθώντας σήμερα να ελέγξει σε κάθε ιμπεριαλιστικό κέντρο την έκταση της απαξίωσης κεφαλαίου και την κατανομή της στους διάφορους τομείς της οικονομίας με στόχο να ξεπεράσει την αβεβαιότητα και την αστάθεια της σημερινής ανάκαμψης.
Αντίστοιχα, ο Μηχανισμός Στήριξης και τα κυβερνητικά μέτρα δεν αντιμετωπίζουν τις πραγματικές αιτίες διόγκωσης του δημόσιου χρέους. Πίσω από την αύξηση του δημόσιου χρέους βρίσκονται υπέρογκες φοροελαφρύνσεις και κρατική χρηματοδότηση του μεγάλου κεφαλαίου, μεγάλες δαπάνες εξοπλισμού για σχέδια του ΝΑΤΟ, αντιπαραγωγικές δαπάνες των Ολυμπιακών έργων, οι συνέπειες της έκθεσης της εγχώριας αγροτικής και βιομηχανικής παραγωγής στον ανταγωνισμό της «απελευθερωμένης» αγοράς της ΕΕ, απ' την οποία ωφελήθηκαν ελάχιστοι όμιλοι.

Οι δέσμες αντιλαϊκών μέτρων με στόχο τη θωράκιση της ανταγωνιστικότητας των μονοπωλιακών ομίλων δεν έχουν ημερομηνία λήξης. Θα κλιμακωθούν την επόμενη περίοδο της βαθιάς κρίσης και θα συνεχιστούν σε περίοδο αναιμικής ανάπτυξης στη συνέχεια, στο όνομα της διατήρησης της δημοσιονομικής εξυγίανσης και της βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας. Ο ΛΑ.Ο.Σ. και η ΝΔ στηρίζουν τις στρατηγικές επιλογές της κυβέρνησης. Η ΝΔ εκφράζει επιφυλάξεις για την αποτελεσματικότητα του προτεινόμενου «μείγματος» οικονομικής πολιτικής. Εκφράζει τμήμα του κεφαλαίου που ανησυχεί για την επίδραση των μέτρων στην καθήλωση της οικονομίας σε ένα φαύλο κύκλο ύφεσης και επίμονων ελλειμμάτων. Προβάλλει ως προτεραιότητα την επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων και την πώληση της ακίνητης περιουσίας του δημοσίου για τη διασφάλιση της καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Η εφαρμογή των νέων αντιλαϊκών μέτρων θα επιδράσει παράλληλα στο βάθεμα της κρίσης την επόμενη διετία. Το ίδιο το μνημόνιο οικονομικής πολιτικής που συνοδεύει τη συμφωνία ενεργοποίησης του Μηχανισμού Στήριξης για την Ελλάδα προβλέπει, με δεδομένη την πιστή εφαρμογή των προβλεπόμενων αντιλαϊκών μέτρων και αναδιαρθρώσεων, μείωση του ρυθμού ανάπτυξης (-4%) το 2010 και (-2,5%) το 2011 και συνεχή αύξηση του λόγου δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ μέχρι το 2013.

Παρατηρώντας τα στοιχεία του 2009 βλέπουμε ότι η συρρίκνωση του ΑΕΠ αφορά σε όλους τους κλάδους της βιομηχανίας (ενέργεια, μεταφορές, κατασκευές, τηλεπικοινωνίες) και όχι μόνο τη Μεταποίηση. Συρρίκνωση καταγράφεται επίσης και σε άλλους τομείς (τουρισμός, εμπόριο). Η συρρίκνωση της μεταποιητικής παραγωγής φτάνει το 11,2% το 2009 έναντι 4,7% το 2008. Ο δείκτης παραγωγής κεφαλαιακών αγαθών παρουσιάζει μείωση 23% το 2009, έναντι μείωσης 7,4% το 2008 (μόλις και φθάνει στο 71% του αντίστοιχου επιπέδου του 2005).

Η προηγηθείσα αρνητική πορεία πραγματοποιήθηκε με αυξημένη δημόσια κατανάλωση (+9,6%) το 2009 και μικρή μείωση της ιδιωτικής κατανάλωσης (1,8%). Τα μεγέθη αυτά θα μεταβληθούν αρνητικά τη διετία 2010-2011. Αρκεί να συνυπολογίσουμε τη μείωση των δημόσιων δαπανών, την επίδραση της αύξησης της ανεργίας και της εφαρμογής των αντιλαϊκών μέτρων στην ιδιωτική κατανάλωση. Σύμφωνα με την Ελληνική Στατιστική Αρχή (πρώην ΕΣΥΕ), το επίσημο ποσοστό ανεργίας το Φλεβάρη του 2010 ανήλθε σε 12,1% έναντι 9,1% το Φλεβάρη του 2009 και 11,3% το Γενάρη του 2010.

Η Ευρωζώνη τρίζει

Οι εαρινές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (5/5/10) προβλέπουν αναιμική ανάκαμψη 1% για την ΕΕ των «27» και για την Ευρωζώνη 0,9% το 2010. Ωστόσο, και η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεωρεί επισφαλή και αβέβαιη την πρόβλεψη ακόμα και αυτής της αναιμικής ανάκαμψης, επισημαίνοντας την αύξηση της ανεργίας, την καθήλωση των ιδιωτικών επενδύσεων και της ιδιωτικής κατανάλωσης, προβλέπει αυξημένη διαχειριστική δυσκολία λόγω της αυξητικής πορείας του δημόσιου ελλείμματος και του δημόσιου χρέους καθώς και της ανισομετρίας στο ρυθμό ανάπτυξης των κρατών - μελών.

Κάτω απ' την πίεση των εξελίξεων διαμορφώθηκε μεταξύ των ηγετικών δυνάμεων της ΕΕ ένας νέος προσωρινός συμβιβασμός για τη διαχείριση της κρίσης στην Ευρωζώνη. Το πλαίσιο του προσωρινού συμβιβασμού προβλέπει αυστηρότερους κανόνες, διαδικασίες και κυρώσεις σχετικά με την τήρηση του Συμφώνου Σταθερότητας και πλαίσιο διαχείρισης των κρίσεων και θωράκισης του ευρώ που συγκεκριμενοποιήθηκε με τον ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης.

Ο συγκεκριμένος Μηχανισμός θα διαθέσει ως και 750 δισ. ευρώ στις χώρες της Ευρωζώνης με κατανομή 60 δισ. μέσω δανείων απ' την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 440 δισ. απ' τα κράτη - μέλη του ευρώ και 250 δισ. ευρώ απ' το ΔΝΤ.

Ωστόσο, όπως ήδη εξηγήσαμε, ο συγκεκριμένος Μηχανισμός δεν μπορεί να αντιμετωπίσει ούτε την αιτία εκδήλωσης της κρίσης υπερσυσσώρευσης, ούτε την ένταση της ανισομετρίας στο εσωτερικό της Ευρωζώνης και τις συνέπειες που έχει στην όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων.

Το ΚΚΕ είχε έγκαιρα επισημάνει ότι το ευρώ αποτέλεσε νομισματική συγκόλληση οικονομιών κρατών - μελών με βαθιές ανισομετρίες στην ανάπτυξη και διάρθρωση των βιομηχανικών κλάδων, επομένως της παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητάς τους καθώς και της στρατιωτικής και πολιτικής ισχύος τους. Σε συνθήκες κρίσης ήταν αναμενόμενο να δοκιμαστεί η συνοχή της Ευρωζώνης.

Η Γερμανία υπήρξε η μεγάλη ωφελημένη της προηγούμενης περιόδου από τη συγκρότηση της Ευρωζώνης. Από τη μια διατήρησε ισχυρό το ευρώ και από την άλλη έδωσε διέξοδο στις εξαγωγές της στο εσωτερικό της Ευρωζώνης, διατηρώντας εμπορικά πλεονεκτήματα, τη στιγμή που αντίστοιχα διευρύνονταν τα ελλείμματα σε Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία και όχι μόνο στην Ελλάδα. Είναι ένα από τα κεντρικά ζητήματα στα οποία εκφράζεται η αλλαγή του συσχετισμού δύναμης μεταξύ Γερμανίας - Γαλλίας και η όξυνση της αντίθεσής τους, με τη δεύτερη να προσανατολίζεται σε πιο σταθερές συμμαχικές σχέσεις με τα κράτη - μέλη του Μεσογειακού Νότου.

Η τελευταία Σύνοδος του Γιουρογκρούπ επιβεβαιώνει την όξυνση των αντιθέσεων στο εσωτερικό της Ευρωζώνης. Η διαπάλη εστιάζεται στην κατανομή των βαρών απ' την προβλεπόμενη απαξίωση κεφαλαίων μεταξύ των κρατών - μελών αλλά και μεταξύ των μονοπωλιακών ομίλων. Γι' αυτό και επεκτείνεται σε διάφορες πλευρές της οικονομικής πολιτικής, απ' τους όρους εφαρμογής του Συμφώνου Σταθερότητας και το πλαίσιο δημοσιονομικής πολιτικής μέχρι τις νέες ρυθμίσεις λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού τομέα και τις πωλήσεις ασφαλίστρων κινδύνου.

Η πιθανή ύφεση στην Ευρωζώνη θα επιδράσει στις εξαγωγές των ΗΠΑ και της Κίνας στη συγκεκριμένη αγορά, θα έχει αντίκτυπο στην παγκόσμια οικονομία. Μια υπέρμετρη υποτίμηση του ευρώ σε σχέση με το δολάριο θα πλήξει γενικότερα την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών των ΗΠΑ. Απ' την άλλη, καθιστά το δολάριο πιο ελκυστικό σαν διεθνές νόμισμα.

Καθώς αυξάνουν οι δυσκολίες διαχείρισης της κρίσης σε όλα τα ιμπεριαλιστικά κέντρα και οξύνονται οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, μεγαλώνει και ο κίνδυνος νέου κύκλου τοπικών πολεμικών συγκρούσεων, π.χ., Αφγανιστάν-Πακιστάν, Κορέα, Δυτικά Βαλκάνια.

Κάτω από ξένη σημαία;

Καθώς γίνεται όλο και πιο ορατή η διαχειριστική δυσκολία της αστικής πολιτικής, η άρχουσα τάξη παίρνει τα μέτρα της. Αναπτύσσει μια πολύμορφη προσπάθεια αναμόρφωσης του πολιτικού συστήματος και αξιοποίησης του οπορτουνιστικού ρεύματος μέσα στο εργατικό κίνημα ώστε να εκτονώσει και να εγκλωβίσει τη λαϊκή δυσαρέσκεια.

Σε αυτή την κατεύθυνση απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή στη γραμμή που προβάλλει σαν διέξοδο την αναδιαπραγμάτευση του χρέους (ΣΥΝ, Αριστερή Πρωτοβουλία ΠΑΣΟΚ) με πιθανή διαπραγμάτευση και της εξόδου απ' την Ευρωζώνη (συνιστώσες ΣΥΡΙΖΑ, στελέχη του ΝΑΡ).

Η συγκεκριμένη πρόταση αφήνει στο απυρόβλητο την καπιταλιστική ιδιοκτησία των μονοπωλιακών ομίλων και τη συμμετοχή της χώρας στην ΕΕ. Παρά τις αντικαπιταλιστικές κορόνες με τις οποίες επενδύεται από ορισμένους αρθρογράφους, στην πράξη οδηγεί στη διαπραγμάτευση του χρόνου και του τρόπου που θα πληρώσει ξανά η εργατική τάξη για να τονωθεί ο ρυθμός της καπιταλιστικής ανάπτυξης, με επεκτατική δημοσιονομική πολιτική και μοχλό τις κρατικές επενδύσεις, για να συνεχιστούν οι θυσίες των εργαζομένων στο βωμό της ανταγωνιστικότητας. Προτείνει διαφορετική ιεράρχηση στις συμμαχίες της άρχουσας τάξης με τα ιμπεριαλιστικά κέντρα και καλεί το λαϊκό κίνημα να στηρίξει αυτή την επιλογή.

Εμφανίζει σαν κεντρικό ζήτημα το ύψος του δημόσιου χρέους, απομονωμένο απ' τον ταξικό χαρακτήρα της ανάπτυξης, τους παράγοντες που διαμορφώνουν την ανισόμετρη θέση μιας οικονομίας στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα και την αιτία της καπιταλιστικής κρίσης.

Η λαθεμένη αντίληψη που αναδείκνυε το δημόσιο χρέος σαν βασική αιτία της εξαθλίωσης του λαού δεν είναι βέβαια καινούρια. Αρκεί να θυμηθούμε την κριτική του Μαρξ στον Κόμπετ και στον Νταμπλντέι και τις επισημάνσεις του για το ρόλο του δημόσιου χρέους στην πρωταρχική συσσώρευση του κεφαλαίου, στην κεφαλαιοποίηση του πλούτου.

Για την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών το δίλημμα «επεκτατική αναπτυξιακή ή περιοριστική αστική πολιτική» είναι ψευδεπίγραφο, αφού πρόκειται για τις δυο όψεις του ίδιου νομίσματος, του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης.

Οσοι προβάλλουν σαν ριζοσπαστική διέξοδο την επαναδιαπραγμάτευση του χρέους και ασκούν κριτική στο ΚΚΕ για «γενικολογία και αδυναμία θεωρητικής επεξεργασίας», στην καλύτερη περίπτωση αναδεικνύουν την άγνοιά τους για τη σχέση οικονομίας - πολιτικής. Οταν όμως φτάνουν να παραλληλίσουν την πρότασή τους με την άρνηση των μπολσεβίκων να πληρώσουν τα τσαρικά δάνεια, αποκαλύπτονται. Ξεχνούν μια μικρή λεπτομέρεια: Ποια τάξη έχει κάθε φορά την εξουσία και διαπραγματεύεται το ύψος του χρέους. Δεν ξεχνούν τυχαία αλλά συνειδητά, γιατί σε τελευταία ανάλυση θέλουν να στοιχηθεί το λαϊκό κίνημα «κάτω από ξένη σημαία». Το ΚΚΕ δε θα τους κάνει τη χάρη. Αναδεικνύει σταθερά και ανυποχώρητα τον πραγματικό αντίπαλο με τον οποίο πρέπει να αναμετρηθεί το λαϊκό κίνημα: Την εξουσία των μονοπωλίων.

Οργάνωση της λαϊκής αντεπίθεσης

Κάθε μέρα που περνάει γίνονται όλο και πιο ορατές οι συνέπειες του βαθέματος της κρίσης και της κυβερνητικής πολιτικής στην κατάσταση της εργατικής τάξης και του λαού. Ταυτόχρονα, μεγαλώνουν οι δυνατότητες να αποδείξουμε πού οδήγησε τελικά ο περιβόητος μονόδρομος της ΕΕ και γενικότερα της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Οι απανωτές θυσίες των δικαιωμάτων των εργαζομένων για τη θωράκιση της κερδοφορίας των μονοπωλιακών ομίλων δεν οδήγησαν στην κοινωνική ευημερία αλλά στην κρίση και στην αύξηση της σχετικής και απόλυτης εξαθλίωσης των λαϊκών στρωμάτων.

Οι εργαζόμενοι βιώνουν την ανασφάλεια και την επιδείνωση της θέσης τους, ενώ έχουν ωριμάσει οι υλικές προϋποθέσεις και έχει συσσωρευτεί τεράστιος πλούτος για να ικανοποιηθούν τα βασικά τους δικαιώματα, όπως η πλήρης, σταθερή εργασία, η δημόσια και δωρεάν Υγεία. Ταυτόχρονα, η ΕΕ έχει χάσει τη λάμψη της ενώ οξύνονται οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις στο εσωτερικό της. Υπάρχει λοιπόν πρόσφορο έδαφος για να προβάλουμε αποφασιστικά το δρόμο της αποδέσμευσης απ' την ΕΕ με λαϊκή εξουσία.

Οι δυνατότητες της λαϊκής εξουσίας, της κοινωνικής κρατικής ιδιοκτησίας στα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής, με κεντρικό επιστημονικό σχεδιασμό και εργατικό έλεγχο για την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών, μπορούν να αναδειχθούν πιο πειστικά στη σημερινή συγκυρία. Την ώρα, για παράδειγμα, που ο εργαζόμενος βιώνει τις συνέπειες της «απελευθερωμένης» αγοράς ενέργειας (με τις απανωτές αυξήσεις των τιμών της οικιακής κατανάλωσης, την επιδείνωση των εργασιακών σχέσεων, την καταστροφή του περιβάλλοντος) πιο εύκολα μπορεί να αντιληφθεί την υπεροχή της στρατηγικής μας πρότασης. Να κατανοήσει τις δυνατότητες της λαϊκής οικονομίας στην αξιοποίηση του συνόλου των ενεργειακών πηγών της χώρας (λιγνίτης, ανεξερεύνητα κοιτάσματα πετρελαίου, αιολική και ηλιακή ενέργεια, γεωθερμία) για τη συνδυασμένη ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών.

Η μαχητική προβολή του ριζοσπαστικού πλαισίου πάλης που προτείνουμε (π.χ., πλήρης σταθερή εργασία με 35ωρο - 5ήμερο - 7ωρο, φορολογία του μεγάλου κεφαλαίου με 45%, κατάργηση στρατιωτικών εξοπλισμών για ανάγκες του ΝΑΤΟ, κλπ.) αποτελεί όρο για να μη νομιμοποιηθεί στη λαϊκή συνείδηση σαν αναγκαία η κυβερνητική πολιτική. Γενικότερα μπορούμε πλέον από καλύτερες θέσεις να ακυρώσουμε την προσπάθεια της άρχουσας τάξης να εκτονώσει τη λαϊκή δυσαρέσκεια που θα αυξηθεί το επόμενο διάστημα.

Διεξάγουμε ένα σκληρό μακρόχρονο αγώνα που θα κρίνεται νικηφόρα στις καθημερινές μάχες σε κάθε κλάδο και τόπο δουλειάς, στο βαθμό που κερδίζει έδαφος η γραμμή οργάνωσης του κινήματος για σύγκρουση στο επίπεδο της εξουσίας.

του Μ. Παπαδόπουλου
μέλους της ΚΕ του ΚΚΕ, υπεύθυνου του Τμήματος Οικονομίας