Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2011

Ο δον Πατσίφικο χαμογελάει ακόμα...

(αφιερωμένο σε όσους θυμήθηκαν το «δοσιλογισμό» στο πρόσωπο του Γιωργάκη…)

Από όλες τις μόδες, ίσως η πιο ανυπόφορη είναι αυτή των πολιτικών κλισέ – ίσως γιατί οι σκοπιμότητές της είναι τόσο απροκάλυπτα προφανείς που σε κάνουν να βγαίνεις από τα ρούχα σου. Ειδικά όταν ακούει κανείς τους ιδεολογικούς απόγονους του Μεταξά, της «Χ» και των βασανιστών της Μακρονήσου (λέγε με ΛΑΟΣ), χέρι-χέρι με το «σταυροφόρο του έθνους» Σαμαρά (που υποσχέθηκε να διώξει τους μετανάστες από την Ελλάδα, αφού βέβαια πρώτα ήταν αυτός που άνοιξε τα σύνορα για να έρθουν) και τους όψιμους «πατριώτες» του ΣΥΡΙΖΑ (που κατά πως το φέρνει ο άνεμος στήριξαν άμα λάχει και τα εθνικιστικά συλλαλητήρια για τα Σκόπια – το θυμάστε εκείνο το «πλην Λακεδαιμονίων» του Κύρκου;) να σκοτώνονται για το ποιος από όλους θα κατηγορήσει πιο πολύ το ΠΑΣΟΚ και τον George P. για «δοσιλογισμό», τότε η αηδία φτάνει στο έσχατο όριό της. Στη σημερινή ανάρτηση, λοιπόν, θα πάμε ένα ταξίδι στα παλιά τα χρόνια. Τότε που η Ελλάδα ήταν «ανεξάρτητη» και δεν την κυβερνούσαν οι «δοσίλογοι» του σήμερα. Καθήστε, φίλοι αναγνώστες, αναπαυτικά – το ταξίδι μας αρχίζει…

Τι μπορεί να σου κάνει ο «Ιούδας»…

Εκείνο το Πάσχα του 1849 ήταν αλλιώτικο από τ’άλλα. Με τελετές, παρελάσεις και κουστωδίες, η ελληνική κυβέρνηση και ο «ηλίθιος βαυαρός νεανίας» (όπως τον χαρακτήριζε ο Μαρξ [1]) Όθωνας ετοιμάζονται να υποδεχθούν τον εξέχοντα καλεσμένο τους, Γάλλο τραπεζίτη Ρότσιλντ. Είναι η περίοδος – λίγο μετά το θάνατο του πρωθυπουργού Κωλέττη, γνωστού λακέ των Γάλλων – που η Αγγλική κυβέρνηση με υπουργό εξωτερικών το διαβόητο λόρδο Πάλμερστον εντείνει τις αφόρητες και ασφυκτικές πιέσεις, προκειμένου η γαλλόφιλη πολιτική των κυβερνήσεων του Όθωνα να μεταστραφεί υπέρ της. Η αφορμή δεν άργησε να δοθεί: για να μην κακοκαρδιστούν οι προσκαλεσμένοι της, η κυβέρνηση πέρασε ένα νόμο που απαγόρευε για τη χρονιά εκείνη την τήρηση του πασχαλιάτικου εθίμου του «καψίματος του Ιούδα». Το λαϊκό αίσθημα δεν κατευνάστηκε και τη Δευτέρα του Πάσχα του 1849 το εξαγριωμένο πλήθος επιτέθηκε και κατέστρεψε την οικία του δον Νταβίντ Πατσίφικο, ισπανοεβραίου πρώην προξένου της Πορτογαλίας και  μετέπειτα τοκογλύφου και απατεώνα που πλούτισε υπό την «προστασία» της γνωστής και μη εξαιρετέας δούκισσας της Πλακεντίας – ο οποίος σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές προκάλεσε το πλήθος με τη στάση του, υπενθυμίζοντάς του τον πρόσφατο κυβερνητικό νόμο. Ο εντιμότατος αυτός κύριος, ο οποίος είχε πάρει πριν λίγο καιρό την αγγλική υπηκοότητα, κατέφυγε στην αγγλική πρεσβεία, αξιώνοντας από την ελληνική κυβέρνηση αποζημίωση που ξεπερνούσε το ιλιγγιώδες ποσό των 800 χιλιάδων δραχμών της εποχής. Για να έχει κανείς ιδέα, τι σημαίνει το ποσό αυτό, τόση αξία δεν είχε σύμφωνα με εκτιμητές της εποχής ούτε το ίδιο το ανάκτορο του Όθωνα!!!

Η «υπερήφανη» ελληνική κυβέρνηση, μη μπορώντας να κάνει αλλιώς, τον προέτρεψε να προσφύγει στα δικαστήρια, προκειμένου να του επιδικαστεί νόμιμα το ποσό της ζημιάς – αλλά ακόμα και η «λύση» αυτή δεν ήταν ανεκτή για την Αγγλία, η οποία αξιοποίησε το περιστατικό για μια άνευ προηγουμένου ενέργεια: διέταξε, το Γενάρη του 1850, το στόλο της που στάθμευε στα στενά των Δαρδανελλίων με επικεφαλής το ναύαρχο Πάρκερ, να αποκλείσει το λιμάνι του Πειραιά και να κατάσχει πλοία που έφεραν την ελληνική σημαία με το φορτίο τους(!) μέχρι να αναγκαστεί η ελληνική κυβέρνηση να δεχθεί το αίτημα αποζημίωσης του «θύματος». Μετά από έντονα διαβήματα της γαλλικής και της ρωσικής κυβέρνησης – που δεν έχασαν την ευκαιρία να πουλήσουν τζάμπα «φιλελληνισμό» για να προωθήσουν / υπερασπιστούν τις θέσεις τους στο διεθνές προτεκτοράτο με το όνομα «Βασίλειον της Ελλάδος» – ο αποκλεισμός άρθηκε στις 15 Απριλίου του 1850, αφού η Ελλάδα είχε δεχθεί να καταθέσει ως εγγύηση το ποσό των 330 χιλιάδων δραχμών (!!!). Ειρήσθω εν παρόδω, μερικούς μήνες μετά, διαπιστώθηκε ότι η ζημία του απατεώνα Πατσίφικο, δεν ξεπερνούσε τις 3750 δραχμές…

Ακούς εκεί να μη θέλουν να μείνουν «ουδέτεροι»…

Το ταξίδι στο χρόνο, όμως, δε σταματά εδώ. Λίγα μόλις χρόνια μετά, σε μια ακόμα έκρηξη του Ανατολικού ζητήματος, ξεσπά ο ρωσο-τουρκικός πόλεμος του 1853. Η Ελλάδα, στην οποία μετά τα «Παρκερικά» και την «υπόθεση Πατσίφικο» είχε ενισχυθεί εκ νέου η ρωσική επιρροή, είδε την εξέλιξη αυτή ως ευκαιρία εδαφικής επέκτασης και, με την ενθάρρυνση του Τσάρου, υποκίνησε ένοπλες εξεγέρσεις των ελληνικών πληθυσμών στην Ήπειρο, τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία. Μετά από τη συντριβή του τουρκικού από το ρωσικό στόλο στη ναυμαχία της Σινώπης (30 Νοέμβρη 1853) και μια σειρά άλλων στρατιωτικών επιτυχιών του ρωσικού στρατού, οι αγγλογάλλοι, ανησυχώντας για την προοπτική καθόδου του ρωσικού στόλου στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο, έσπευσαν να υπογράψουν συνθήκη ειρήνης με την Πύλη (12 Μάρτη 1854) και λίγο αργότερα να κηρύξουν τον πόλεμο στη Ρωσία, που έμεινε στην ιστορία ως «Κριμαϊκός Πόλεμος» (28 Μάρτη 1854 – 30 Μάρτη 1856).

Στα πλαίσια αυτά, έλαβαν χώρα μια σειρά από έντονα διαβήματα της αγγλικής και γαλλικής κυβέρνησης προς την ελληνική, με τα οποία αξίωναν τη μη εμπλοκή της χώρας στον Κριμαϊκό Πόλεμο, τη διακήρυξη της ουδετερότητάς της, την αποκήρυξη δημόσια των εξεγέρσεων των ελληνικών πληθυσμών ενάντια στο Σουλτάνο και την επιστροφή των στρατιωτικών στελεχών που συμμετείχαν σε αυτές κατ’εντολή της ελληνικής κυβέρνησης. Εγκλωβισμένος ανάμεσα στο λαϊκό αίσθημα – ας σημειωθεί ότι πέραν των άλλων, συγκροτήθηκε ακόμα και σώμα ελλήνων εθελοντών το οποίο πολέμησε μαζί με τους Ρώσους στην άμυνα της Σεβαστούπολης – και στις αφόρητες πιέσεις των Μεγάλων Δυνάμεων, ο Όθωνας ταλαντευόταν. Για να τον «βοηθήσουν» να πάρει τελικά τη «σωστή» απόφαση, έθεσαν στις 11 Μαΐου 1854 τελεσίγραφο πέντε ημερών για «συμμόρφωση» της ελληνικής κυβέρνησης, στο οποίο ο «εθνικά υπερήφανος» Όθων συναίνεσε στις 24 Μαΐου. Την ίδια μέρα, σώμα 3000 γάλλων στρατιωτών υπό τον στρατηγό Forey κατέλαβε τον Πειραιά, ενώ λίγο αργότερα αποβιβάστηκε σ’αυτόν και το 97ο αγγλικό σύνταγμα πεζικού και ενώθηκε σε κοινό κατοχικό σώμα με τους γάλλους, υπό τη διοίκηση του ναυάρχου de Tinan. Δυο μέρες αργότερα, στις 26 Μαίου, ο Όθωνας ανήγγειλε σε «επίσημη τελετή» στα ανάκτορα, τη διακήρυξη της ουδετερότητας που του είχαν υπαγορεύσει οι πρεσβευτές της Γαλλίας, Ρουάν και της Αγγλίας, Ουάις. Για να γίνει τέλειος ο εξευτελισμός, υποχρεώθηκε να παραιτήσει την κυβέρνησή του και να ορκίσει νέα, καθ’υπόδειξη των «συμμάχων», με πρωθυπουργό τον εκλεκτό των άγγλων Αλέξ. Μαυροκορδάτο και υπουργό Στρατιωτικών, το τσιράκι των γάλλων Δημ. Καλλέργη. Η κυβέρνηση αυτή – που στην ουσία εκτέλεσε κατά γράμμα τις υποδείξεις των «συμμάχων» οδηγώντας σε ήττα τις εξεγέρσεις των υπόδουλων ελλήνων σε Ήπειρο, Θεσσαλία και Μακεδονία και μεγάλης έκτασης σφαγές των πληθυσμών τους – έμεινε στην ιστορία ως «Υπουργείον Κατοχής».

Κατοχής, όνομα και πράγμα όμως. Το καλοκαίρι του 1854, με αφορμή το «κακό κλίμα» των Αθηνών, το εκστρατευτικό σώμα των αγγλογάλλων επέκτεινε την Κατοχή μέχρι τα Πατήσια και την Πεντέλη ενώ, προκειμένου να πιεστεί παραπέρα ο Όθωνας να «τελειώσει τη δουλειά» με το «θεματάκι» της ρύθμισης του δανείου των 60 εκατομμυρίων φράγκων του 1832, με το οποίο «προικίστηκε» (τρομάρα μας…) το «ανεξάρτητο» ελληνικό προτεκτοράτο, άρχισαν και οι απειλές για πλήρη κατάληψη των Αθηνών και έξωσή του από το θρόνο (στην πραγματικότητα, την είχαν ήδη αποφασίσει και την επέβαλαν λίγα χρόνια αργότερα, όταν μας «φόρεσαν» στο σβέρκο τους Γλύξμπουργκ) – μάλιστα η γαλλική κυβέρνηση ανέλαβε το ρόλο του «κακού» προτείνοντας ως πιθανό αντικαταστάτη του Όθωνα τον Carignano, εξάδελφο του συμμάχου της, βασιλιά της Σαρδηνίας, ενώ η αγγλική στο ρόλο του «καλού» το αρνιόταν. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, οι γάλλοι έφεραν μαζί τους και μια επιδημία χολέρας, η οποία πήρε μαζί της στον άλλο κόσμο το 10% του πληθυσμού της Αθήνας, περίπου 3000 ψυχές! Μπροστά στη λαϊκή κατακραυγή λόγω και της δικτατορικής συμπεριφοράς του υπουργού Καλλέργη, ο πρωθυπουργός Μαυροκορδάτος αναγκάστηκε να παραιτηθεί και αντικαταστάθηκε από τον Βούλγαρη. Τελικά, σχεδόν ένα χρόνο μετά τη λήξη του Κριμαϊκού πολέμου και χάρη σε έντονο διάβημα των Ρώσων – οι οποίοι, αν και ηττημένοι και έχοντας επαναπροσδιορίσει το ενδιαφέρον τους με έμφαση στους σλαβικούς κυρίως πληθυσμούς της Βαλκανικής – δεν ήθελαν να αφήσουν εντελώς ελεύθερο το ελληνικό πεδίο στους αγγλογάλλους – αποχώρησε το κατοχικό σώμα, στις 15 Φλεβάρη 1857.

Βεβαίως, πριν συμβεί αυτό, είχε «προλάβει» να συγκροτηθεί η «διεθνής επιτροπή» από εκπροσώπους Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας για το ζήτημα του δανείου του 1832 που λέγαμε. Η επιτροπή αυτή κατέληξε τον Απρίλη του 1860 σε μια «γενική έκθεση» στα πλαίσια της οποίας: (α) συγκέντρωσε πληροφορίες για το ύψος και τον τρόπο είσπραξης των κρατικών εσόδων, τις κάθε είδους πηγές τους, (β) ζήτησε ρητά τον έλεγχο των οικονομικών της χώρας, ενδεικτικά από το 1845 και μετά, χωρίς δέσμευση ότι δε θα πάει και πιο πίσω, (γ) κατέληξε σε σχέδια μεταρρυθμίσεων τα οποία έπρεπε να προταθούν. Σαν τελικό συμπέρασμα, η βγήκε και η «λυπητερή» των 900 χιλιάδων δραχμών το χρόνο(!!!) που θα έπρεπε να καταβάλει το ελληνικό κράτος για αποπληρωμή του ληστρικού δανείου του 1832, που ξοδεύτηκε για να στερεωθεί στη χώρα η βαυαροκρατία και οι κολλεγιές της με τους κοτζαμπάσηδες, τους προεστούς, τους εμπόρους και πλοιοκτήτες και, φυσικά, με τις «προστάτιδες Δυνάμεις» και τους τραπεζίτες τους. Αν όλα αυτά σας θυμίζουν κάτι …πρόσφατο, ε, ναι λοιπόν! Και σε μας το ίδιο θυμίζουν…

Μας τα ‘λεγε κι ο Μαρξ, αλλά…

Το μικρό αυτό ταξιδάκι στο χρόνο δεν είχε, ασφαλώς, πρόθεση να πει ότι η σημερινή Ελλάδα είναι ίδια με την τότε. Κάτι τέτοιο θα ήταν απαράδεκτη μηχανιστική σύγκριση ανόμοιων μεταξύ τους συνθηκών και καταστάσεων, ως προς την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, αλλά και των ίδιων των καπιταλιστικών σχέσεων στη χώρα. Γράφτηκε, απλώς, για να «υπενθυμίσει» σε όλους ότι δεν ξεχνάμε την ιστορία αυτού του τόπου. Μελετώντας αυτή την ιστορία, με τη βοήθεια του "εργαλείου" του ιστορικού υλισμού, βγαίνουν μια σειρά χρήσιμα συμπεράσματα για τη γενικότερη πορεία ιστορικής διαμόρφωσης του ελληνικού αστικού κράτους και κοινωνικού σχηματισμού.

Το πρώτο συμπέρασμα που βγαίνει - και μάλιστα αβίαστα - είναι ότι το νεαρό ελληνικό αστικό κράτος εντάχθηκε στο παγκόσμιο συσχετισμό δυνάμεων από θέσεις, όχι απλά ανισοτιμίας, αλλά βαθειάς εξάρτησης. Η πραγματικότητα αυτή είχε ήδη επισημανθεί από τους κλασσικούς του επιστημονικού σοσιαλισμού. Ο Μαρξ αναφέρεται στο "λεγόμενο ελληνικό βασίλειο" ως "πολιτικό φάντασμα": "πράγματι ο κόσμος του οφείλει [σημ.: στον λόρδο Palmerston] την εφεύρεση των 'συνταγματικών' βασιλείων της Πορτογαλίας, της Ισπανίας και της Ελλάδας - τριών πολιτικών φαντασμάτων που μπορούν να παραβληθούν μονάχα με τον homunculus [σημ.: ανθρωπάκι] του Βάγκνερ στον Φάουστ..." [1]. Επίσης, σε άρθρο του στην New York Daily Tribune, γραμμένο στις 27 Ιουνίου του 1854, αναφέρεται σε πρόσφατη, εκείνων των ημερών, ομιλία του άγγλου πρωθυπουργού Aberdeen στη βουλή των λόρδων, ο οποίος αναφέρει ότι πριν την προέλαση του Ρωσικού στρατού ως την Αδριανούπολη το 1829, ο ίδιος (ως υπουργός εξωτερικών τότε της Αγγλίας) και μαζί του και ο δούκας του Wellington, «δεν είχαν ποτέ αντιμετωπίσει το ενδεχόμενο να κάνουν την Ελλάδα ανεξάρτητο βασίλειο, παρά μονάχα υποτελές κράτος υπό την επικυριαρχία της Πύλης, κάτι παρόμοιο με τη Μολδαβία και τη Βλαχία. Μετά την υπογραφή της συνθήκης της Αδριανούπολης η κατάσταση της τουρκικής αυτοκρατορίας τους φάνηκε τόσο ετοιμόρροπη κι η ύπαρξή της τόσο αβέβαιη, ώστε πρότειναν τη μετατροπή της Ελλάδας από υποτελές κράτος σε ανεξάρτητο βασίλειο. Με άλλα λόγια, εφόσον η συνθήκη της Αδριανούπολης συνέβαλε τόσο πολύ στην εξασθένιση της Τουρκίας, αποφασίστηκε να αντιμετωπιστούν οι επικίνδυνες συνέπειές της με την αποκόλληση ολόκληρων επαρχιών της» [2].

Το δεύτερο συμπέρασμα που προκύπτει, είναι ότι η επιθυμία της ελληνικής αστικής τάξης για διεύρυνση του εθνικού της χώρου και ενίσχυση του ρόλου της στο πλαίσιο της περιοχής ενδιαφέροντός της, δε μπορούσε να ικανοποιηθεί παρά μόνο μέσα από την προσκόλλησή της στο άρμα των συμφερόντων της μιας ή της άλλης μεγάλης δύναμης και, σε κάθε περίπτωση, ήταν άμεσα συναρτημένη από την έκβαση της διαπάλης ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις και στην όποια μεταξύ τους διευθέτηση της μοιρασιάς της "λείας". Έτσι, ο Μαρξ, σε άλλο άρθρο του στην ίδια εφημερίδα, με ημερομηνία 24 Μαρτίου 1854, αναφέρεται σε αναφορά του άγγλου πρεσβευτή στην Πετρούπολη, σερ Hamilton Seymour, προς την κυβέρνησή του, στην οποία μεταφέρονται αυτολεξεί τα λόγια του τσάρου Νικόλαου Α’ προς τον ίδιο, αναφορικά με την πρότασή του για συμφωνία «εφ’όλης της ύλης» με την Αγγλία για το διαμελισμό της υπό κατάρρευση οθωμανικής αυτοκρατορίας. Συγκεκριμένα, ο Μαρξ μεταφέρει την εξής φράση του Νικολάου του Α’: «(…) δε θα επιτρέψω ποτέ κάποια προσπάθεια αναβίωσης της βυζαντινής αυτοκρατορίας ή μια τέτοια επέκταση της Ελλάδας, που θα την έκανε ισχυρό κράτος». Στη συνέχεια, ο Μαρξ σχολιάζοντας τη «μυστική διπλωματία» Αγγλίας-Ρωσίας πάνω στο υπό σήψη σώμα της οθωμανικής αυτοκρατορίας, γράφει: «Λέει ξεκάθαρα [σημ.: ο τσάρος] τι θέλει – τον διαμελισμό της Τουρκίας – και σκιαγραφεί το διαμελισμό αυτό με τρόπο σαφέστατο (…) Η Αίγυπτος και η Κρήτη προορίζονται για την Αγγλία. Οι ηγεμονίες [σημ.: οι παραδουνάβιες], η Σερβία και η Βουλγαρία θα υπάρχουν ως υποτελή κράτη της Ρωσίας. Η τουρκική Κροατία, η Βοσνία και η Ερζεγοβίνη (…) θα ενσωματωθούν στην Αυστρία. Η Ελλάδα θα επεκταθεί ‘όχι πολύ’ – θα πάρει, ας πούμε, τη νότια Θεσσαλία και μέρος της Αλβανίας» [3].

Όμως ο Μαρξ δεν έμεινε μόνο στις επισημάνσεις αναφορικά με την πολιτική πλευρά της ξένης επικυριαρχίας στην Ελλάδα. Στάθηκε ιδιαίτερα και στην οικονομική πλευρά, αναδεικνύοντας το ζήτημα του εξωτερικού δανεισμού. Να πως περιγράφει, σε άρθρο του στην Neue Oder Zeitung της 26ης Ιουλίου του 1855, τα χαρακτηριστικά της αγγλικής πολιτικής στο θέμα του δανεισμού, με αφορμή το κοινό αγγλο-γαλλικό δάνειο του 1855, ύψους 5 εκ. λιρών προς την Τουρκία: «Στην πραγματικότητα το δάνειο είναι έτσι διατυπωμένο, ώστε η Τουρκία δε λαβαίνει άμεσα χρήμα, παρά πρέπει ν’αφήσει τη διαχείριση και τη δαπάνη του ποσού, το οποίο της δανείζουν τάχα, σε Άγγλους επιτρόπους, μπαίνοντας κάτω από κηδεμονία με τους εξευτελιστικότερους για μια χώρα όρους. (…) Για πρώτη φορά η οθωμανική αυτοκρατορία μπαίνει σε χρέος χωρίς να έχει πάρει πιστώσεις. Περιέρχεται στη θέση ενός γαιοκτήμονα, ο οποίος όχι μόνο σηκώνει μια προκαταβολή από τις υποθήκες του, αλλά και υποχρεώνεται να αφήσει στον ενυπόθηκο δανειστή του τη διαχείριση του προκαταβληθέντος ποσού. Το μόνο που του απομένει είναι να του αφήσει και το κτήμα. Μ’ένα παρόμοιο σύστημα δανεισμού τσάκισε ο Palmerston το ηθικό της Ελλάδας και παρέλυσε την Ισπανία» [4].

Το τρίτο συμπέρασμα είναι ότι ακόμα και το όποιο "μερτικό" από τα ψίχουλα του τραπεζιού των μεγάλων δυνάμεων, εκτός του ότι πολύ συχνά αποδεικνυόταν "ευσεβής πόθος", σε κάθε περίπτωση υπήρξε μόνο αιτία δεινών και δυστυχίας, τόσο για τον ελληνικό λαό "εντός" του ελληνικού στικού κράτους, αλλά και έξω από αυτό. Και πάλι ο λόγος στο Μαρξ, αναφορικά με το «εθνικό φρόνημα» του Όθωνα και το ιδεολογικό πλαίσιο του πρώιμου μεγαλοϊδεατισμού του: «Οι Έλληνες του λεγόμενου ελληνικού βασιλείου, καθώς κι όσοι ζουν στα Ιόνια νησιά υπό βρετανική κυριαρχία θεωρούν, βέβαια, ως εθνική τους αποστολή να εκδιώξουν τους Τούρκους απ’όλα τα μέρη όπου μιλιέται η ελληνική γλώσσα και να ενώσουν τη Θεσσαλία και την Ήπειρο σ’ένα δικό τους κράτος. Φτάνουν μάλιστα να ονειρεύονται και την παλινόρθωση του Βυζαντίου, μολονότι γενικά είναι λαός αρκετά ξύπνιος για να μην πιστεύει σε μια τέτοια ονειροφαντασία. Όμως όλα αυτά τα ελληνικά σχέδια εθνικής επέκτασης και ανεξαρτησίας (…) δεν έχουν καμία σχέση με τα θρησκευτικά δικαιώματα των Τούρκων υπηκόων, με τα οποία μερικοί πάνε να τα αναμίξουν. (…) Και πράγματι, λέγεται ρητά ότι ο μεγάλος σκοπός των Μεγάλων Δυνάμεων είναι να εξισώσουν τα δικαιώματα της χριστιανικής θρησκείας στην Τουρκία με εκείνα της μωαμεθανικής θρησκείας. Αυτό ή δε σημαίνει τίποτε ή σημαίνει τη χορήγηση πολιτικών και αστικών δικαιωμάτων σε Μουσουλμάνους και Χριστιανούς, ανεξάρτητα από το σε ποιο θρήσκευμα ανήκει κανείς και ανεξάρτητα από το ζήτημα της θρησκείας γενικά. Για να γίνει αυτό θα έπρεπε ν’αντικατασταθεί το Κοράνι από έναν καινούργιο αστικό κώδικα, μ’άλλα λόγια να συντριβεί η δομή της τουρκικής κοινωνίας και πάνω στα ερείπιά της να στηθεί μια νέα τάξη πραγμάτων. (…) Είναι λοιπόν πρόδηλο ότι η εισαγωγή ενός νέου αστικού κώδικα στην Τουρκία, ενός κώδικα ολότελα ξένου προς τη θρησκεία και βασισμένου στον πλήρη χωρισμό κράτους κι εκκλησίας, θα σήμαινε όχι μονάχα την κατάργηση του μωαμεθανισμού, αλλά και την κατάρρευση της ελληνορθόδοξης εκκλησίας, όπως υπάρχει σήμερα μέσα στο τουρκικό κράτος. Μπορεί κανείς να’ναι τόσο εύπιστος, ώστε να φαντάζεται στα σοβαρά ότι οι περιδεείς και αντιδραστικοί ανήμποροι που αποτελούν τη σημερινή βρετανική κυβέρνηση θα έβαζαν ποτέ με το νου τους να αναλάβουν ένα τέτοιο γιγάντιο έργο, το οποίο συνεπάγεται μια πλήρη κοινωνική επανάσταση και μάλιστα σε μια χώρα σαν και την Τουρκία; Μια τέτοια σκέψη θα ήταν ανόητη. Ίσως κάποιος να την κλώθει με τον αποκλειστικό σκοπό να ρίξει στάχτη στα μάτια του αγγλικού λαού και [σημ.: των λαών] της Ευρώπης» [5].

Τι να πει κανείς για τα προφητικά αυτά λόγια, γραμμένα 68 χρόνια πριν την καταστροφή της Σμύρνης; Και μπορεί τυπικά η καταστροφή αυτή να ήλθε σαν αποτέλεσμα της συμφωνίας των αγγλογάλλων ιμπεριαλιστών με τον ηγέτη της τουρκικής αστικής τάξης, Μουσταφά Κεμάλ, αλλά ποιος μπορεί να αμφισβητήσει τη βαθύτερη ουσία τους; Η ιστορία αυτής χώρας μας είναι γεμάτη από «δοσίλογους» ηγετίσκους που προκειμένου – δια της προσκολλήσεως στη μια ή την άλλη δύναμη – να πάρουν ένα «μερτικό» από τη λεία δε δίσταζαν να βυθίζουν τη χώρα στη φτώχεια και το λαό στη δυστυχία. Ο ελληνικός λαός έζησε στο πετσί του και τα δεινά της δουλοπρέπειας και τα δεινά του μεγαλοϊδεατισμού – η Σμύρνη, η Ανατολική Θράκη και ο ξεριζωμός εκατομμυρίων ανθρώπων, ο θάνατος και το ξεκλήρισμα εκατοντάδων χιλιάδων άλλων, η φτώχεια, η δυστυχία – για τα κέρδη μιας αστικής τάξης που πάντα ήταν το «πιστό σκυλί»: των μεγάλων Δυνάμεων χθες, των ιμπεριαλιστών σήμερα. Γι αυτό και όσοι πραγματικά ενδιαφέρονται για να είναι ο λαός αφέντης στον τόπο του, για να μη ματώνει «κάτω από ξένη σημαία», όπως έλεγε ο Λένιν, έχουν ένα δρόμο να βαδίσουν: το δρόμο της επανάστασης, το δρόμο της αντιιμπεριαλιστικής πάλης με κατεύθυνση το σοσιαλισμό και την εργατική εξουσία.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

[1] Καρλ Μαρξ, άρθρο στην The Peoples Paper, της 12 Νοεμβρίου 1853 – αναφέρεται στο Κ. Μαρξ, Φρ. Ένγκελς, Η Ελλάδα, η Τουρκία και το Ανατολικό ζήτημα (επιλογή κειμένων), εκδ. «Γνώση», 1985, σελ. 218
[2] Καρλ Μαρξ, άρθρο στη New York Daily Tribune της 10 Ιουλίου 1854 – ό.π., σελ. 359
[3] Καρλ Μαρξ, άρθρο στη New York Daily Tribune της 11 Απριλίου 1854 – ό.π., σελ. 318
[4] Καρλ Μαρξ, άρθρο στη Neue Oder Zeitung της 26 Ιουλίου 1855 – ό.π., σελ. 377-78
[5] Καρλ Μαρξ, άρθρο στη New York Daily Tribune της 29 Μαρτίου 1854 – ό.π., σελ. 294-297