Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2009

Μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση... (μέρος 1ο)

Στο ιστολόγιο με τίτλο "Anti-web Blog", διεξήχθη πριν λίγες μέρες μια σημαντική συζήτηση που έθιξε ιδεολογικά και πολιτικά ζητήματα κοσμοθεωρίας και στρατηγικής του κομμουνιστικού κινήματος, ιδιαίτερα σε σχέση με την αντίληψη των κομμουνιστών για τη φύση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και την ανάγκη του σοσιαλισμού. Συμμετείχα στη συζήτηση αυτή και τη βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Παίρνοντας αφορμή από θετικά σχόλια και άλλων φίλων του παρόντος ιστολογίου, θα δημοσιεύσω, εκτενή αποσπάσματα της συζήτησης αυτής για να τροφοδοτήσω και μεταξύ μας τη συζήτηση. Ελπίζω η ιδέα μου να τύχει της έμπρακτης στήριξης και συμμετοχής των αναγνωστών του ιστολογίου. Η δημοσίευση θα γίνει σε τρία μέρη, εκ των οποίων το πρώτο αφορά ζητήματα της μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας και τα άλλα δυο, κυρίως ζητήματα σοσιαλισμού.

Υπεραξία: "δίκαιη αμοιβή" ή καπιταλιστική εκμετάλλευση;

Γράφει ο σχολιαστής με το ψευδώνυμο "επώνυμος":

"Άν κάτι καταστροφικό έφερε ο σοσιαλισμός είναι η σάπια και αρπακτική νοοτροπία “γιατί να έχει πολλά χρήματα ο άλλος και να μην έχω εγώ”. Σκότωσε το ήθος των ανθρώπων, στην κυριολεξία.

Για να δικαιολογήσει την αρπακτικότητά του, ο σοσιαλισμός προσπάθησε να μας πείσει ότι όσοι έχουν πολλά χρήματα τα έχουν βγάλει με άδικο τρόπο. Επινόησε λοιπον τις διάφορες υπεργενικευμένες θεωρίες για την υπεραξία και όλα τα σχετικά. Το πιο σωστό πράγμα σε αυτό το thread, ειπώθηκε παραπάνω από τον Blimblomblim
[σημείωση δική μου: πρόκειται για άλλο σχολιαστή στην ίδια συζήτηση] σε σχέση με την υπεραξία ως αντίτιμο της πρωτοβουλίας και του κινδύνου. Η κριτική κατά του καπιταλισμού των “ανωνύμων” (πραγματικά και όχι νομικά ανωνύμων) εταιριών, των εταιριών δηλαδή που δεν ανήκουν σε κάποιον συγκεκριμένα, αλλά αόριστα σε “μετόχους” που περιμένουν απλώς μεγιστοποίηση των κερδών τους, είναι σωστή. Αλλά, δεν είδα κανένα επιχείρημα εναντίον της ανάγκης ανταμοιβής της υπεραξίας σε επίπεδο ατομικής ή οικογενειακής – συνεταιρικής επιχειρηματικότητας. Και, για να μην βλέπω, υποθέτω ότι δεν υπάρχει κιόλας.

Το πρόβλημα συνεπώς δεν είναι η ελεύθερη οικονομία, αλλά η γιγάντωση και η ανωνυμοποίηση των οικονομικών μονάδων. Από την “εταιρία των ανατολικών Ινδιών” μέχρι την Κόκα-Κόλα, τη Citibank και την PriceWaterhouseCoopers, η ιδιότυπη παγκοσμιοποίηση των πολυεθνικών δίνει ένα ιδιότυπο άλλοθι στο μαρξισμό, ένα άλλοθι που στην πραγματικότητα δεν προϋπήρχε την εποχή του Μαρξ, τουλάχιστον όχι στο βαθμό που υπάρχει σήμερα. Είναι λάθος όμως να δικαιώνουμε το μαρξισμό μόνον επί τη βάσει της ανάπτυξης των πολυεθνικών, διότι ο μαρξισμός δεν είναι ένα σύστημα καταπολέμησης των πολυεθνικών, αλλά ένα σύστημα αντικατάστασης της ελεύθερης οικονομίας, με βασικό του συστατικό το γενικευμένο κοινωνικό φθόνο.

Το βασικό σφάλμα του μαρξισμού είναι ότι δεν έγιναν όλοι πλούσιοι με άδικο τρόπο. Ανάλογα με το πόσο ικανοποιητικά λειτουργεί η ελεύθερη οικονομία, πολλοί άνθρωποι γίνονται πλούσιοι με δίκαιο τρόπο και προσφέρουν και στους συμπολίτες τους. Είδα παραπάνω να επιχειρείται να δικαιωθεί η γενικευμένη σφαγή της αστικης τάξης. Δεν θα μιλήσω για τρόμο, θα ρωτήσω όμως τους εμπνευστές και τους υπερασπιστές παρόμοιων πράξεων, πώς είναι τόσο σίγουροι ότι δεν κάνουν λάθος. Αν κάποιοι βγάζουν περισσότερα χρήματα από κάποιους άλλους με ανέντιμο τρόπο, είναι αυτός λόγος για να τους σφάξουμε όλους όσους έχουν κάποια χρήματα; Επιτέλους, δείτε από πού φεύγετε και πού πηγαίνετε. Και, επιτέλους, μετανιώστε για ένα έγκλημα που έφερε ακόμη περισσότερη εξαθλίωση. Εξαθλίωση όχι μόνον οικονομική, αλλά κυρίως ηθική.

Άλλο έγκλημα του μαρξισμού ήταν ότι επιχείρησε να μας πείσει για την αποκλειστικότητα που έχει για την καταπολέμηση της καπιταλιστικής στρέβλωσης. Οι ίδιες οι αρχαίες κοινωνίες (αρχαία Ελλάδα, Ρώμη, Βυζάντιο, ανατολικοί πολιτισμοί) αποδεικνύουν ιστορικά ότι η ελεύθερη οικονομία είναι δυνατή χωρίς να υπάρξει παράλληλα ανάπτυξη του καπιταλισμού. Θα έλεγα ότι ακόμη και η ανάπτυξη βιομηχανίας είναι δυνατή, σε καθεστώς ελεύθερης οικονομίας, χωρίς την ανάπτυξη καπιταλισμού. Το παν είναι η εμπέδωση της ορθής ηθικής στη διαχείριση του πλούτου. Στην αρχαιότητα ο πλούτος θεωρούνταν εξευτελιστική και εκφυλιστική ενασχόληση. Αυτό συνεχίστηκε για πολλούς αιώνες και άρχισε να ανατρέπεται με την Αναγέννηση."


Μερικές φορές, η προσπάθεια των αστών να δικαιολογήσουν την ύπαρξη και την “ανωτερότητα” του συστήματός τους, είναι αρκετά διασκεδαστική. Ή μάλλον, θα ήταν αρκετά διασκεδαστική, αν το σύστημα αυτό δεν ήταν ο καθημερινός εφιάλτης δισεκατομμυρίων απόκληρων σ’αυτό τον πλανήτη, προς χάριν μιας χούφτας κηφήνων που νέμονται τον κοινωνικό πλούτο που η μεγάλη μάζα παράγει. Πάντως, δεν πειράζει, μου αρέσει να διαπιστώνω τη γύμνια των “επιχειρημάτων” τους. Πάμε λοιπόν να τα δούμε…

Ξεκινάω με το “σοβαρό” επιχείρημα περί της φύσης της υπεραξίας. Κάποιος διατύπωσε την άποψη ότι η υπεραξία είναι το αντίτιμο του ρίσκου και της δημιουργικότητας. Προτείνω στον κύριο αυτό να φάει σήμερα το μεσημέρι …ρίσκο καπαμά και την Κυριακή, κατά τις παραδόσεις του λαού μας …δημιουργικότητα στο φούρνο. Να το πούμε απλά. Καμμία φλυαρία περί “ρίσκου” του κεφαλαιοκράτη δε μπορεί να κρύψει την απλή αλήθεια: ο μόνος “παραγωγικός συντελεστής” (χρησιμοποιώ την ορολογία των νεοκλασσικών οικονομικών για να μιλήσω στη γλώσσα σας κύριοι φιλελεύθεροι) που υπάρχει είναι η ανθρώπινη εργασία. Το κεφάλαιο ουδέποτε υπήρξε παραγωγικός συντελεστής γιατί, χωρίς την εργασία, δεν είναι τίποτε άλλο από τσουβάλια με λεφτά σε κάποια σεντούκια (ή θησαυροφυλάκια στο πιο μοντέρνο). Αντιθέτως, η εργασία του ανθρώπου είναι η μοναδική προϋπόθεση που απαιτείται αντικειμενικά και εις τον αιώνα των αιώνων για τη συνειδητή επίδραση του ανθρώπου στη φύση προς επίτευξη των στόχων του. Ακόμα και τα εργαλεία παραγωγής που χρησιμοποιούνται σε μια οποιαδήποτε διαδικασία, έχουν αποτελέσει “προιόντα” προηγούμενων παραγωγικών κύκλων. Τελικά, δηλαδή, αναγόμαστε σε πρωτογενείς ύλες που υπάρχουν αντικειμενικά στη φύση και σε ανθρώπινη εργασία που, σταδιακά, “αντικειμενοποιείται” και ενσωματώνεται στα διάφορα αγαθά που παράγει ο κοινωνικός άνθρωπος. Η “επιχειρηματική ιδέα” και το “ρίσκο” που τόσο πολύ εκστασιάζεστε μπροστά τους, είναι αέρας κοπανιστός από τη σκοπιά της υλικής πραγματικότητας.

Ας το δούμε και από μιαν άλλη μεριά. Η “πονηριά” των απολογητών του καπιταλισμού, είναι ότι επιχειρούν να εμφανίσουν ως δεδομένο και αιώνιο το πλαίσιο της εμπορευματικής παραγωγής (δηλαδή της παραγωγής όχι για την απευθείας κάλυψη των ανθρώπινων αναγκών), αλλά για την ανταλλαγή, για την πώληση στην αγορά. Υπό αυτή την προϋπόθεση, βεβαίως, που οδηγεί νομοτελειακά (αυτό θα το σχολιάσω εκτενώς στη συνέχεια, όταν ασχοληθώ με τις ασυναρτησίες του “επώνυμου”) στο καπιταλιστικό εμπόρευμα (που είναι ουσιωδώς διαφορετικό από το εμπόρευμα της αρχαίας Αθήνας, για παράδειγμα) και στο μονοπώλιο ακόμα παραπέρα, μοιάζει εύλογο το να μιλήσει κανείς για το ρίσκο, την ιδέα κλπ. Μόνο που αυτή η φαινομενολογική προσέγγιση, παίρνει ως δεδομένο αυτό που θα έπρεπε να αποδείξει. Αν ήταν έτσι όπως μας τα λένε οι φίλοι μας, θα έπρεπε να μας αποδείξουν ότι από την πρώτη στιγμή της εμφάνισης του ανθρώπου, μαζί του εμφανίστηκε και το εμπόριο, η ανταλλαγή, το χρήμα κλπ. Αλλά δεν το κάνουν αυτό κι έτσι προδίδονται. Να με συμπαθάτε, λοιπόν, κύριοι, αλλά το πραγματικό προιόν μιας παραγωγικής διαδικασίας υποτίθεται ότι έχει μια μόνη αξία, την αξία χρήσης του. Το ρούχο για να μας ντύνει, το ψωμί για να μας θρέφει, το αυτοκίνητο για να μας μεταφέρει. Ποιος σας είπε ότι είναι υπέρτατος νόμος του σύμπαντος, τα αγαθά να έχουν, εκτός από αξία χρήσης και αξία ανταλλαγής; Μιας και σας αρέσει η ιστορία (που ανάθεμα κι αν έχετε καθήσει να σκεφτείτε τα διδάγματά της) θα έπρεπε να είχατε παρατηρήσει ότι στις πρώιμες ανθρώπινες κοινωνίες (πρωτόγονο κοινοτικό σύστημα) η παραγωγή δε γινόταν με σκοπό την ανταλλαγή αλλά την απευθείας διανομή στα μέλη της κοινότητας για κάλυψη των αναγκών τους. Η έννοια της ανταλλαγής (που έφερε την έννοια της αξίας, του εμπορεύματος και εξελικτικά οδήγησε στην υπεραξία και στον καπιταλισμό αιώνες μετά) βασίστηκε στο γεγονός ότι η αριθμητική αύξηση του ανθρώπινου γένους ήταν δυσανάλογη με την τεχνική του δυνατότητα να ικανοποιήσει τις αυξανόμενες ανάγκες, γεγονός που οδήγησε στον τεχνικό και κατόπιν και στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας και στην ταξική διαίρεση της κοινωνίας. Σήμερα, όμως – ή μάλλον εδώ και έναν αιώνα περίπου – έχουμε φτάσει σε ένα σημείο της ανθρώπινης εξέλιξης που η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων του ανθρώπου αποδεδειγμένα επαρκεί για την πλήρη (και σταδιακά και ολόπλευρη) κάλυψη των αναγκών του σε πλανητική κλίμακα. Να μη θυμίσω τα λεχθέντα – όχι βεβαίως (μόνο) από κομμουνιστές – περί του πλούτου της γης που αρκεί για να εξαλειφθεί η πείνα και η φτώχεια κλπ. Για να είμαι, μάλιστα, ακριβέστερος θα πρέπει να πω ότι οι πραγματικές παραγωγικές δυνατότητες του ανθρώπου με βάση τη συσσωρρευμένη επιστημονική γνώση είναι πολύ περισσότερες από αυτές που παρατηρούνται στην πράξη, με αποτέλεσμα να “καθυστερεί” σχετικά η ανάπτυξη του παγκόσμιου πλούτου. Ο λόγος είναι γιατί το κεφάλαιο δεν επενδύει σε οποιαδήποτε νέα τεχνική, αλλά μόνο σε μια νέα τεχνική που μπορεί να του υποσχεθεί κέρδη. Πόσες και πόσες εφευρέσεις και καινοτομίες δεν έχουν “θάψει” τα μονοπώλια γιατί δε συμφέρει η εμφάνισή τους στην κερδοφορία τους;

Τι συμπέρασμα βγαίνει από όλα αυτά; Πρώτον, ότι η ύπαρξη εμπορεύματος και ανταλλακτικής αξίας (της οποίας η υπεραξία στον καπιταλισμό είναι το απλήρωτο μέρος) δεν είναι αιώνια και αναλλοίωτη σταθερά των ανθρώπινων κοινωνιών, αλλά αποτέλεσαν αντικειμενικό επακόλουθο της ανάγκης κάλυψης των αναγκών σε κάποια φάση της ανάπτυξης της ανθρωπότητας. Δεύτερον, ότι η ανθρωπότητα έφτασε, μέσα από διάφορες μορφές ταξικής και εμπορευματικής κοινωνίας (δουλοκτητική, φεουδαρχική, καπιταλιστική) σε μια κατάσταση που έχει πλέον (έστω και δυνητικά) την υλική δυνατότητα της κάλυψης των αναγκών του ανθρώπου ΧΩΡΙΣ να μεσολαβεί η έννοια της εμπορευματικής κυκλοφορίας. Επομένως, από ιστορική σκοπιά, η έννοια της αξίας (και της υπεραξίας) έπαψε εδώ και περίπου έναν αιώνα να είναι μια αναγκαία παράμετρος της ανάπτυξης. Να το πω απλά: αντιπροσωπεύετε τον κόσμο που σαπίζει, κύριοι. Τον κόσμο που έδωσε πια ό,τι είχε να δώσει και τώρα το μόνο που μπορεί να εγγυηθεί είναι κρίση, φτώχεια και πολέμους. Γι αυτά θέλετε οι εργαζόμενοι να σας πουν και ευχαριστώ; Τρίτον, ότι η ανθρώπινη εργασία είναι η μόνη αληθινά παραγωγική δύναμη και γι αυτό είναι απολύτως πια νοητή μια κοινωνία ελεύθερων παραγωγών που ζουν από την εργασία τους (στο μέτρο των κλίσεων και των ικανοτήτων ενός εκάστου) σε συνθήκες επάρκειας αγαθών, δίκαιης διανομής του πλούτου ώστε να καλύπτονται πλήρως οι διευρυνόμενες ανάγκες τους, χωρίς ατομική ιδιοκτησία, ανταλλαγή, χρήμα, κεφάλαιο κλπ. Αυτά σε ότι αφορά τα φληναφήματα περί αμοιβής του ρίσκου και άλλες παρόμοιες τρίχες κατσαρές…

Τα "κακά μονοπώλια" και ο "υγιής καπιταλισμός"...

Πάμε τώρα στον “επώνυμο”. Ο φίλος μας αυτός, “πάτησε γερά” στο “στέρεο” έδαφος των απόψεων που σχολιάσαμε και μας σερβίρισε μια νέα σοφία: ότι, τάχα, δέν είναι η ελεύθερη οικονομία το πρόβλημα (δηλαδή ο καπιταλισμός να το πούμε ανοιχτά, μη ντρεπόμαστε), αλλά… η γιγάντωση των πολυεθνικών και ότι, ανάλογα με το πόσο ελεύθερα λειτουργεί ο ανταγωνισμός (δηλαδή πόσο περιορίζονται οι μονοπωλιακές πολυεθνικές “στρεβλώσεις”), θα εμφανίζονται αστοί που πλούτισαν τίμια και δεν εκμεταλλεύτηκαν κανένα. Τι όμορφα μας τα λέει ο “επώνυμος” φίλος μας! Μόνο που ψεύδεται ασύστολα. Κι αν του προηγούμενου οι απόψεις παρέμειναν σε ένα “θεωρητικό” επίπεδο οπότε διακαιούται, έστω, μιας επιείκειας λόγω επιστημονικής δεοντολογίας, εδώ πια οι μάσκες πέφτουν ολοκληρωτικά και η μικροαστική απολογητική ξεγυμνώνεται σε όλο της το μεγαλείο…
Ο καλός μας ο “επώνυμος” αναρωτιέται: “γιατί η κριτική μας στις ανώνυμες πολυεθνικές εταιρείες και τα μονοπώλια να παίρνει σβάρνα την ατομική, οικογενειακή ή συνεταιρική επιχείρηση”; Και απαντά αυτάρεσκα: “δεν είδα κανένα επιχείρημα γι αυτό – άρα υποθέτω ότι δεν υπάρχει”! Να ανοίξετε καλύτερα τα μάτια σας κύριε, αντί να κομπάζετε σα φουσκωμένος διάνος. Τότε θα δείτε όχι ένα ή δυο, αλλά πλήθος επιχειρημάτων. Ιδού μερικά…

Στο επίπεδο της βασικής παραγωγικής σχέσης, δεν υπάρχει καμία διαφορά είτε μιλάμε για μια οικογενειακή επιχείρηση με 5 εργαζόμενους, είτε μιλάμε για την “Coca-Cola” των εκατοντάδων χιλιάδων εργατών παγκοσμίως. Και στις δυο περιπτώσεις, ένα κεφάλαιο (μεγάλο ή μικρό δεν έχει σημασία) εκμεταλλεύεται ζωντανή εργασία (λίγη ή πολλή, επίσης είναι αδιάφορο) για να ιδιοποιηθεί υπεραξία, την οποία με την πώληση των αγαθών που παράγονται μετατρέπει σε κέρδος (που είναι η χρηματική μορφή της υπεραξίας). Αυτή τη διάκριση ανάμεσα σε υπεραξία και κέρδος κρατήστε τη, θα τη βρούμε ξανά παρακάτω, όταν θα μιλήσουμε για την κρίση. Προς το παρόν, ας επιστρέψουμε στον “επώνυμο”. Ο φίλος μας χρειάζεται τα ιδεολογήματα περί ρίσκου κλπ. ακριβώς για να “νομιμοποιήσει” αυτό που συνδέει αναπόσπαστα την οικογενειακή-συνεταιριστική του επιχείρηση με το μεγάλο μονοπώλιο τύπου “Coca-Cola”: βρε αδελφέ, δεν είναι κακό γενικά το να βγάζεις κέρδος! Και τότε, αγαπητέ, τι κακό κάνει η Coca-Cola; Γιατί γκρινιάζεις; Κέρδος δε βγάζει κι αυτή; Δηλαδή, το πρόβλημά σου είναι ότι το μονοπώλιο έχει μετόχους που επένδυσαν αλλά δεν εργάζονται οι ίδιοι, ενώ στην οικογενειακή επιχείρηση ο επιχειρηματίας κερδίζει έχοντας βάλει και δική του προσωπική δουλειά; Και τότε, προς τι οι ύμνοι στο “ρίσκο”; Οι μέτοχοι που έβαλαν τα ωραία τους κεφάλαια και “ρίσκαραν” να επενδύσουν στην κάθε “Coca-Cola”, δε “δικαιούνται” σύμφωνα με τη θεωρία σας να “περιμένουν τη μεγιστοποίηση των κερδών τους”; Γιατί η οικογενειακή σας επιχείρηση είναι “έντιμο” να επιδιώκει αυτή τη μεγιστοποίηση και το μονοπώλιο δεν είναι; Κλαψουρίζετε, αγαπητέ, δεν επιχειρηματολογείτε…

Εκείνο που υπονοεί ο “επώνυμος” – αλλά έχει τόση θολούρα και αυταπάτη στο κεφάλι του που δεν τολμά καν να το πει – είναι ότι η κάθε Κόκα-Κόλα αποσπά “ανέντιμα” κέρδη γιατί αποσπά κέρδη που δεν της ανήκουν, υπεραξία που δεν παρήχθη μόνο στα δικά της εργοστάσια. Αν έλεγε αυτό το πράγμα, θα είχε – σ’αυτό το θέμα ειδικά – δίκιο. Αντ’αυτού λέει ότι η μεγάλη επιχείρηση “καταργεί” τον “υγιή ανταγωνισμό της ελεύθερης οικονομίας”, όπου “όποιος είναι άξιος πλουτίζει τίμια”. Λίγο ακόμα και θα βάλουμε κι εμείς τα κλάματα…

Πράγματι, το μονοπωλιακό κέρδος είναι διαφορετικό από το απλό κέρδος, κατά το ότι είναι πολύ μεγαλύτερο από το μέσο ποσοστό κέρδους του κλάδου του. Γιατί αυτό; Διότι η ισχυρή μονοπωλιακή θέση μιας επιχείρησης στην αγορά της δίνει τη δυνατότητα να “πνίξει” τον ανταγωνισμό με μια πληθώρα “όπλων”: από την εκτεταμένη εισαγωγή νέων τεχνικών που μειώνουν στο ελάχιστο το οριακό κόστος σε σχέση με μια μικρή επιχείρηση, μέχρι πρακτικές dumping (δηλαδή πώλησης συστηματικά για μια περίοδο σε τιμές κόστους ή και κάτω από αυτό για να “τελειώσουν” τους μικρούς ανταγωνιστές). Στη συνέχεια, αφού μονοπωληθεί η αγορά και κλείσουν ή εξαγοραστούν οι μικρές "οικογενειακές" επιχειρήσεις, εγκαθίσταται καρτέλ ανάμεσα στα μονοπώλια που την ελέγχουν και ορίζονται μονοπωλιακές τιμές, πολύ πάνω από αυτές που θα προέκυπταν από το νόμο της αξίας σε έναν μη μονοπωλημένο κλάδο. Έτσι, το μονοπωλιακό υπερκέρδος είναι κέρδος που προκύπτει από την πώληση των προιόντων σε τιμές πολύ πάνω από την πραγματική αξία τους, κατόπιν συμφωνίας των επιχειρήσεων του καρτέλ. Και βέβαια, το επιπλέον αυτό κέρδος το "φορτώνεται" στις πλάτες της η λαϊκή κατανάλωση - ας θυμηθούμε την πρόσφατη φιλολογία για το "καρτέλ του γάλακτος" και τις υψηλές τιμές των γαλακτοκομικών προϊόντων...

Το κλαψούρισμα του “επώνυμου” ξεκινά από τη στιγμή που δε θέλει να καταλάβει ότι αυτή η διαδικασία συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου σε όλο και λιγότερα χέρια είναι απόλυτος νόμος του καπιταλισμού και όχι μια “στρέβλωση” των κανόνων του. Η διαδικασία εμφάνισης μονοπωλίων, δυστυχισμένε “επώνυμε”, ξεκίνησε ούτε λίγο-ούτε πολύ το 1880 και είχε ήδη διαμορφωθεί οριστικά μέχρι τα 1910. Βεβαίως, τότε μιλούσαμε κυρίως για εθνικά μονοπώλια, τόσο βιομηχανικά, όσο και τραπεζικά. Ήδη από τότε ακόμα είχε προχωρήσει η σύμφυση του βιομηχανικού με το τραπεζικό κεφάλαιο και είχε διαμορφωθεί το προιόν της σύμφυσης αυτής, το χρηματιστικό κεφάλαιο, οι ραντιέρηδες-μέτοχοι που “κάθονται στην πολυθρόνα του γραφείου τους και περιμένουν τη μεγιστοποίηση των κερδών τους”. Τις επόμενες δεκαετίες προχώρησε ακόμα περισσότερο η διαδικασία αυτή και προέκυψαν τα πολυεθνικά μονοπώλια και οι πολυκλαδικοί όμιλοι που εκφράζουν σε διεθνές επίπεδο την ίδια διαδικασία.

Άδικα, λοιπόν, ο “επώνυμος” ξοδεύει τα δάκρυά του για τη σημερινή, τάχα, γιγάντωση των πολυεθνικών. Ακόμα πιο άδικα ξοδεύει τις προσευχές του για την επιστροφή του καπιταλισμού στην “υγιή”, “προμονοπωλιακή” του μορφή. Του αρέσει – δεν του αρέσει, τα εθνικά και πολυεθνικά μονοπώλια είναι αντικειμενικό επακόλουθο της δράσης των νόμων της καπιταλιστικής οικονομίας. Όσο και αν πασχίζει να αγιοποιήσει τον ανταγωνισμό ο “επώνυμος”, δε μπορεί να κρύψει την πικρή αλήθεια ότι το μονοπώλιο είναι παιδί του ανταγωνισμού. Και μάλιστα, όχι πατροκτόνο τέκνο. Το μονοπώλιο δεν “καταργεί” τον ανταγωνισμό, όπως αφελώς(;) πιστεύουν οι διάφοροι μικροαστοί κλαψιάρηδες, τύπου “επωνύμου”. Αντίθετα, τον οξύνει σε απίστευτο βαθμό. Μπροστά στον ανταγωνισμό των πολυεθνικών ομίλων για αγορές πώλησης και πρώτων υλών, για σφαίρες επιρροής και κράτη-μπανανίες, ο ανταγωνισμός του 19ου αιώνα μοιάζει με …ειρηνική, ειδυλλιακή συνύπαρξη. Μόνο που το ποτάμι δε γυρίζει πίσω, κύριοι. Δεν υπάρχει πλέον κανένας τρόπος στο έδαφος του καπιταλισμού να επιστρέψουμε σε μιαν κατάσταση πολλών, λίγο-πολύ ισότιμων καπιταλιστών που δρουν στον κλάδο τους, ανταγωνιζόμενοι και διεκδικώντας “έντιμα” το μερίδιο της αγοράς που τους αναλογεί. Το πολύ-πολύ, τέτοια φαινόμενα να βλέπουμε πρόσκαιρα, όταν κάποιος κλάδος πρωτοεμφανίζεται σε μια εθνική οικονομία, όπως π.χ. στη χώρα μας με τον κλάδο της πληροφορικής στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1990 ή στις κατασκευές την 30ετία 1960-1990. Αργά ή γρήγορα η συγκέντρωση και η συγκεντροποίηση θα οδηγήσει στη δημιουργία ενός μικρού αριθμού εταιρειών που ελέγχουν τον κλάδο και σε μια στεφάνη μικρών που τσαλαβουτάνε στα απόνερα, πασχίζοντας να κρατηθούν. Κάποιες, το καταφέρνουν “προσαρτώμενες” στις μεγάλες (είτε απευθείας, είτε διαμέσου υπεργολαβικών συμβάσεων), αλλά οι περισσότερες είναι καταδικασμένες σε βάθος χρόνου να εξαφανιστούν.

Αλήθεια, σας προκαλώ: Πείτε μου ΕΣΤΩ ΚΑΙ ΕΝΑΝ ΚΛΑΔΟ ΣΕ ΕΣΤΩ ΚΑΙ ΜΙΑ ΧΩΡΑ που δεν ακολουθήθηκε η ίδια αυτή διαδικασία. Θα μπορούσα να αραδιάζω για μέρες στοιχεία για το πως και το γιατί, αλλά νομίζω το νόημα είναι σαφές. Σκούπισε, λοιπόν, επώνυμε τα δάκρυά σου και κοίτα να βρεις πως θα σώσεις τη μικρή σου “οικογενειακή επιχείρηση” γιατί πρωτίστως δεν κινδυνεύει από τους κομμουνιστές, όπως βλακωδώς πιστεύεις. Πολύ πριν από τη σοσιαλιστική επανάσταση, θα στην έχουν κλείσει τα μονοπώλια ή θα έχεις γίνει εσύ ο ίδιος μονοπώλιο (αν έχεις την “ιδέα” και τα κεφάλαια να μπεις σε κανέναν “παρθένο” σχετικά κλάδο) εξοντώνοντας άλλες “οικογενειακές” επιχειρήσεις, οπότε μη γκρινιάξεις που θα σου την εθνικοποιήσουμε, έτσι; Στο κάτω-κάτω κι εσύ κατά των μονοπωλίων λες ότι είσαι…

Είναι ταξικοί εχθροί της εργατικής τάξης τα μεσαία στρώματα;

Κάτι ανέκδοτα, τώρα, περί “ιδεολογίας του φθόνου απέναντι σε όποιον πλούτισε τίμια”, “ελεύθερης οικονομίας και βιομηχανίας σε συνθήκες μη καπιταλιστικές” (αρχαίας ελλάδας, βυζαντίου κλπ.) και αδικαιολόγητης γενικευμένης σφαγής της αστικής τάξης τα αφήνω προς τέρψιν του αναγνωστικού κοινού του blog. Απλώς εδώ διευκρινίζω ότι δε μας ενδιαφέρει αν είστε καλοί χριστιανοί, κύριοι επώνυμοι. Η “νόμιμη εκμετάλλευση” που λέγεται καπιταλισμός μας ενδιαφέρει. Από τη στιγμή που κι εσείς ως “οικογενειακή-συνεταιριστική” επιχείρηση εκμεταλλεύεστε εργάτες, συγκαταλέγεστε στους δυνάμει έστω ταξικούς μας εχθούς. Βεβαίως, να κάνω δυο διευκρινίσεις: πρώτον, εξαιρώ τους αυταπασχολούμενους και πολύ μικρούς εργοδότες (ας πούμε με 1-3 εργαζόμενους) και τις αντίστοιχες κατηγορίες μικροαγροτών και δεύτερον, όταν μιλάμε για εξόντωση της αστικής τάξης δεν αναφερόμαστε κατανάγκην στη φυσική εξόντωση, αλλά στην εξάλειψή της ως τάξης. Από εκεί και πέρα, η τύχη του καθενός είναι συνάρτηση της ατομικής του στάσης. Εμείς λέμε την αλήθεια προς επήκοον όλων: η εργατική εξουσία θα δώσει σε όλους το δικαίωμα στη δουλειά (ακόμα και σ’αυτούς που ήταν πρώην αστοί) και στην συμμετοχή στη διανομή του κοινωνικού πλούτου, υπό τον όρο της συμμετοχής στην κοινή εργασία όλων, ανάλογα με τις δυνατότητες και τα ενδιαφέροντα. Απότην άλλη, όμως, θα ασκήσει αμείλικτη επαναστατική βία ενάντια σε όποιον της αντισταθεί. Αγαπητέ μου επώνυμε, διαλέγετε και παίρνετε...

Να εξηγήσω γιατί εξαιρώ τους αυταπασχολούμενους και τους πολύ μικρούς εργοδότες. Πρώτον, γιατί στη συντριπτική τους πλειοψηφία θα έχουν αφανιστεί ήδη από τα μονοπώλια (περιέγραψα παραπάνω το πως). Δεύτερον, γιατί ειδικά οι αυταπασχολούμενοι δεν εκμεταλλεύονται ξένη εργατική δύναμη, άρα ζουν από την εργασία τους με όχι πολύ καλύτερες συνθήκες από τους εργάτες (σε κάποιες περιπτώσεις, ακόμα και με χειρότερες). Και τρίτον, γιατί δεν είναι στις προτεραιότητές μας η άμεση κοινωνικοποίηση του συνόλου της παραγωγής, την επομένη κιόλας της επανάστασης. Μας αρκεί η κοινωνικοποίηση των μονοπωλίων, ήδη αυτό θα σημαίνει ότι το συντριπτικό μέρος της οικονομίας θα έχει περάσει σε κοινωνική ιδιοκτησία. Για τους υπόλοιπους θα υπάρξει μια περίοδος σταδιακής ενσωμάτωσης στο νέο οικονομικό σύστημα του σοσιαλισμού, με οικονομικά κίνητρα για συνεταιριστικοποίηση (σε μη καπιταλιστική βάση, όπως τα κολχόζ) και περιορισμένη δυνατότητα εμπορικών ανταλλαγών αποκλειστικά στο εσωτερικό της χώρας, μέχρις ότου οι συνθήκες οικονομικά και πολιτικά ωριμάσουν για την πλήρη κοινωνικοποίηση. Αυτή η διαδικασία δεν είναι διόλου απαραίτητο να γίνει βίαια, μπορεί και πρέπει να εξαντληθούν όλα τα περιθώρια οικειοθελούς συμμετοχής, υπό το κράτος των συντριπτικών πλεονεκτημάτων που θα τους προσφέρει το κολλεκτιβίστικο σύστημα, έναντι της ατομικής επιχείρησης. Να το πω απλά: εμείς τείνουμε το χέρι σ’αυτή την κατηγορία των φτωχότερων μεσαίων στρωμάτων της πόλης και της υπαίθρου, όχι σαν επιχειρηματίες, αλλά σαν ανθρώπους. Η λαϊκή, σοσιαλιστική οικονομία τους εγγυάται την ατομική και οικογενειακή τους μακροημέρευση και ανάπτυξη, σαν εργαζόμενοι που προσφέρουν κι αυτοί στο κοινό καλό, τη στιγμή που ο καπιταλισμός τους καταδικάζει σε συνεχές άγχος, φορολογικό και ασφαλιστικό ξεζούμισμα, υπερχρέωση στις τράπεζες, γλύψιμο στους πολιτικάντηδες για να παίρνουν ένα ξεροκόμματο από την πίτα. Ακόμα και την ατομική τους επιχείρηση (όχι με μισθωτούς εργάτες) μπορεί να τους αφήσει να ασκήσουν, για ένα χρονικό διάστημα που μπορεί να είναι και κάμποσες δεκαετίες, ανάλογα με τον κλάδο και το γενικότερο συσχετισμό, εξασφαλίζοντάς τους συγκεκριμένο αντικείμενο και σίγουρη δουλειά στα πλαίσια του πανεθνικού πλάνου της σχεδιασμένης οικονομίας. Γιατί, λοιπόν, αυτοί να επιλέξουν να σταθούν ενάντια στους εργάτες και υπέρ των μεγαλοκαπιταλιστών πλουτοκρατών; Με κριτήριο το συμφέρον τους, έχουν κάθε λόγο να αγωνιστούν μαζί μας, την ώρα της μάχης…

Είναι "ρίσκο" η διανοητική εργασία;

Ο σχολιαστής με το ψευδώνυμο alone, έγραψε:

"Η εργασία μπορεί να θεωρηθεί “αποκλειστικός αποδεκτός συντελεστής παραγωγής”, αν στον όρο εργασία περιλάβεις κάθε μορφή ανθρώπινης δημιουργίας που παράγει άμεσα ή έμμεσα κοινωνικό προιόν. Άρα, εργασία είναι οι επινοήσεις, ανακαλύψεις της επιστημονικής σκέψης με άμεσα, εφαρμοσμένα ή έμμεσα, μακροπρόθεσμα αποτελέσματα ή η καλλιτεχνική παραγωγή. Το πρόβλημα βρίσκεται στην αξιολόγηση της άυλης αυτής μορφής εργασίας ή δημιουργίας και άρα και στην αμοιβή της.
Η τόλμη ή το ρίσκο στην επιχειρηματικότητα είναι αρετές που αμοίβει ο καπιταλισμός γιατί έτσι είναι οι κανόνες του, όπως σε ένα παιχνίδι ποδοσφαίρου αμοίβονται η τεχνική, η φυσική κατάσταση κτλ. Από ποιό φυσικό δίκαιο πηγάζει όμως η αναλογία της αμοιβής τους, ώστε να είναι αποδεκτός ο απεριόριστος πλουτισμός ενός ατόμου, έστω και με “νόμιμο” τρόπο; Γιατί αρετές όπως η ιδιοφυία και η δουλειά ενός καινοτόμου επιστήμονα αμοίβονται πολύ λιγότερο; Εν τέλει, όλα αυτά είναι σχετικά μεγέθη και γίνονται στερεότυπα μόνο συναρτήσει του περιβάλλοντος και των αξιών του. Από δω αρχίζει η συζήτηση, δεν τελειώνει."

Τέθηκε το ερώτημα κατά πόσο είναι παραγωγική η εργασία που παράγει άυλες αξίες χρήσης (νέες επιστημονικές θεωρίες, ιδέες για καινούργιες μεθόδους παραγωγής, νέα υλικά προιόντα/υπηρεσίες κλπ.). Από την άποψη της αξίας χρήσης, ασφαλώς και είναι διότι ικανοποιεί κάποια/κάποιες κοινωνική/ές ανάγκη/ες. Όμως το θέμα μας δεν είναι αυτό. Να το πω με ένα παράδειγμα. Ας υποθέσουμε ότι σε μια περιοχή που έχει πλούσια κτηνοτροφία έχει κάποιος “την ιδέα” να φτιάξει ένα εργοστάσιο παραγωγής δερμάτινων ρούχων. Από “την ιδέα” ως το εργοστάσιο, μεσολαβεί άβυσσος. Η γέφυρα που ενώνει τα χείλη της αβύσσου είναι το κεφάλαιο (με την έννοια της αξίας για την αγορά/κατασκευή των παγίων στοιχείων, τη μίσθωση εργατικής δύναμης, τη δημιουργία δικτύου διανομής κλπ.). Πρώτο ζήτημα: χωρίς το κεφάλαιο, η “ιδέα” είναι αέρας κοπανιστός. Οι διάφοροι που λένε “η υπεραξία είναι η αμοιβή του ρίσκου και της ιδέας”, εννοούν στην πραγματικότητα “είναι η αμοιβή του κεφαλαίου” – παλιότερα, σε καιρούς “δόξας” του νεοφιλελευθερισμού το έλεγαν ακριβώς έτσι (θυμάμαι τα βιβλία πολιτικής οικονομίας στο πανεπιστήμιο), σήμερα πια έχουν “καμουφλαριστεί” γιατί ο κόσμος έχει μάτια και βλέπει. Δεύτερο ζήτημα: το ίδιο το κεφάλαιο δεν είναι τίποτε άλλο από εργασία που έχει “ενσωματωθεί” σε εμπορεύματα (και το χρήμα είναι επίσης εμπόρευμα όπως διδάσκει ακόμα και η κλασσική αστική οικονομική επιστήμη). Τρίτο ζήτημα: αν δε δαπανηθεί “ζωντανή” (μισθωτή) εργασία, δεν υπάρχει παραγωγή. Τα εργαλεία, οι πρώτες ύλες και οι μηχανές δεν παράγουν από μόνα τους. Γενικό συμπέρασμα: η υπεραξία, δηλαδή το απλήρωτο μέρος της αξίας που παράγει η ζωντανή εργασία στον κύκλο περιστροφής του κεφαλαίου, δεν είναι καμία “δίκαιη” αμοιβή καμίας “ιδέας” και κανενός “κεφαλαίου” ως τέτοιου. Είναι, απλούστατα, ΚΛΟΠΗ, ΥΠΕΞΑΙΡΕΣΗ, ΠΑΡΑΣΙΤΙΣΜΟΣ και ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ από πλευράς του κεφαλαιοκράτη σε βάρος του εργάτη. Το μέγεθος αυτής της κλοπής δεν καθορίζεται από κανένα “φυσικό δίκαιο”. Καθορίζεται, αφενός από την τιμή της εργατικής δύναμης (το ύψος του μισθού) που αντανακλά την αξία των μέσων αναπαραγωγής της (τροφή, κατοικία, ένδυση, ειδίκευση κλπ.), τη σχέση προσφοράς και ζήτησής της (το ύψος της ανεργίας) και το συσχετισμό της ταξικής πάλης (πόσο μπορεί το εργατικό κίνημα να επιβάλλει σχετικά καλύτερους όρους πώλησης της εργατικής δύναμης) και, αφετέρου, από την παραγωγικότητα της ανθρώπινης εργασίας που καθορίζεται με τη σειρά της από την τεχνική βάση της παραγωγής και τον εργάσιμο χρόνο. Δεν υπάρχει τίποτε το “φυσικό” και το “ηθικό” σ’αυτή τη διαδικασία.

Αναρωτιέται ο φίλος alone γιατί η καινοτόμος έρευνα ενός επιστήμονα αμοίβεται λιγότερο. Καταρχάς, στα πλαίσια του καπιταλισμού η βασική έρευνα που διεξάγετα εκτός παραγωγής (στα πανεπιστήμια π.χ.), δεν είναι καν εμπόρευμα, διότι δεν “παράγεται” με σκοπό την ανταλλαγή. Η αμοιβή της (π.χ. ο μισθός του μόνιμου ερευνητή στο “ΕΚΕΦΕ ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ” ή η υποτροφία του υποψήφιου διδάκτορα) είναι από άποψη πολιτικής οικονομίας υπηρεσία (τριτογενής τομέας) και όχι παραγωγική εργασία. Δεύτερον, η έρευνα στα ίδια τα καπιταλιστικά εργοστάσια (R&D) από επιστήμονες-υπαλλήλους του καπιταλιστή εργοδότη, δε διαφέρει από οποιαδήποτε άλλη εργασία των υπόλοιπων εργαζόμενων στο εργοστάσιο. Εδώ, ο καπιταλιστής δεν αγοράζει το προιόν της διανοητικής εργασίας του επιστήμονα, αλλά την εργατική του δύναμη, την ικανότητά του δηλαδή να “παράγει” καινοτομίες – ακριβώς όπως δεν αγοράζει το παπούτσι από τον εργάτη-τσαγγάρη, αλλά την ικανότητά του να φτιάχνει παπούτσια. Συνεπώς, ο μισθός του υπάλληλου επιστήμονα καθορίζεται, όπως και ο μισθός κάθε άλλου εργαζόμενου από την αξία της εργατικής του δύναμης. Τέλος, στην περίπτωση που ο επιστήμονας παρέχει υπηρεσίες “επιστημονικού συμβούλου” ως ελεύθερος επαγγελματίας, οπότε αυτό που “αγοράζει” απ’αυτόν ο καπιταλιστής είναι απευθείας η τεχνολογική “καινοτομία” που προτείνει, η τεχνολογική “λύση” κλπ., η αξία του ιδιότυπου αυτού “άυλου” εμπορεύματος καθορίζεται – όπως και κάθε άλλο εμπόρευμα – από το νόμο της αξίας, δηλ. το μέσο κοινωνικά αναγκαίο χρόνο παραγωγής του. Παλιότερα, για να μελετηθεί-σχεδιαστεί μια βιομηχανική εγκατάσταση απατείτο πολύ μεγαλύτερος χρόνος απ’όσο σήμερα με τον όγκο γνώσης που έχει συσσωρρευτεί και τα σύγχρονα εργαλεία (Η/Υ, διαδίκτυο κλπ.) επεξεργασίας της. Αυτό εξηγεί και το ερώτημά σου, γιατί αμοίβεται λιγότερο σήμερα η επιστημονική καινοτομία σε σχέση με το παρελθόν. Σήμερα, ο όγκος των γνώσεων του ανθρώπου διπλασιάζεται ανά 5ετία ή και λιγότερο, παλιότερα μια επιστημονική ανακάλυψη ή μια πρακτική βελτίωση μπορούσε να απαιτήσει δεκαετίες. Όπως βλέπουμε, σε αυτή τη διαδικασία δεν υπάρχει τίποτε το μεταφυσικό, το εξωτικό. Λειτουργούν κανονικότατα οι νόμοι της πολιτικής οικονομίας.

Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2009

Τακτική και στρατηγική στις σημερινές συνθήκες – μερικές σκόρπιες σκέψεις...

Στις 15/11, στα πλαίσια του διαλόγου για το προηγούμενο άρθρο μου, δέχθηκα το παρακάτω σχόλιο το οποίο και αναδημοσιεύω:

Φίλε Κάποιε…

Δες κι αυτό που «έκλεψα» από το ιστολόγιο του Κώστα Καββαθά, που δείχνει ότι (πέρα από τα γνωστά φασιστικά και πλήρως παγκοσμιοποιμένα μορφώματα ή τις «αμερικανόπνευστες» ηγεσίες άλλων) φαίνεται να υπάρχει μια συγκυριακή βέβαια, σύμπτωση των απόψεών σου (και του ΚΚΕ), με το ευρύτερο «κοινό αίσθημα». Ο Κ.Κ. πιστεύω ότι συνεχίζει να το εκφράζει.
Αντιγράφω:
«... Ο Οικολόγος Τρεμάμενος αναγνώρισε το "τουρκοκυπριακό κράτος" και η σύμβουλος του ΓΑΠ κ. Δραγώνα γράφει στο βιβλίο της ότι, η Επανάσταση του 21 έδειξε την "επεκτατική, ιμπεριαλιστική πολιτική των Ελλήνων απέναντι στη μεγάλη Οθωμανική Αυτοκρατορία..." Οι επιμελείς αναγνώστες δεν πρέπει να εκπλήσσονται. Η ομάδα που κυβερνάει σήμερα το κρατίδιο καταλαβαίνει ότι, η μόνη ελπίδα να σωθεί είναι να ενταχθεί πάλι στη Μεγάλη Πύλη.»
Σε άλλο επίπεδο τώρα, στο σημερινό άρθρο του Ε. Βαγενά («Ρ»), διαβάζουμε ότι η «νεο-οθωμανική» εκδοχή της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας» προϋποθέτει «την άμβλυνση των αιχμηρών διακρατικών ζητημάτων» (Αρμενία, Συρία, Ιράν), τη «λογική των «μηδενικών τριβών» ενώ «στα Βαλκάνια προβάλλεται η υπεράσπιση των “τουρκικών” και “μουσουλμανικών” μειονοτήτων».
Θέλω να πω ότι μπορεί η αντίληψη του βάθους του παιχνιδιού να ποικίλλει (άλλωστε η ανάρτηση του Κ. Καββαθά έχει διαφορετικό χαρακτήρα) αλλά η εγρήγορση υπάρχει. Κάποια στιγμή ---ποιος το ξέρει αυτό;--- ενδέχεται να χρειαστεί (κούφια η ώρα….) να μετατραπεί και σε συμμαχία (;)
Αυτά τα γράφω ως ένας καθόλου ειδικός περί την γεωπολιτική και τις κομματικές στρατηγικές.

Με αφορμή τις παραπάνω σκέψεις του φίλου, θα επιδιώξω να διατυπώσω ορισμένες δικές μου σκέψεις, συμβάλλοντας στον γενικότερο προβληματισμό μας.

Οι ενδοαστικές αντιθέσεις δεν είναι νέο φαινόμενο

Το γεγονός της ύπαρξης στο εσωτερικό της αστικής τάξης φωνών (εγώ θα έλεγα μάλιστα όχι μεμονωμένων αλλά ενός ολόκληρου ρεύματος) που ενδιαφέρονται πιο ενεργά για την αναβάθμιση της θέσης της χώρας στα πλαίσια της ιμπεριαλιστικής αλυσσίδας, (ή τουλάχιστον αγωνιά σχετκά με τυχόν υποβάθμιση της θέσης της σε αυτήν) για την ανάδειξή της σε περιφερειακή τοπική δύναμη, αντί για τον "παραδοσιακό" ρόλο του παρατρεχάμενου των ιμπεριαλιστών, δεν είναι καινούργιο. Ήδη σε προηγούμενα άρθρα μου στάθηκα στην ουσιαστική συνέχεια που χαρακτηρίζει την πολιτική του Κωνσταντίνου Καραμανλή και του Ανδρέα Παπανδρέου (που με αντιφάσεις και με μη-γραμμικό τρόπο υπήρξαν οι βασικοί εκφραστές του ρεύματος αυτού), καθώς και κάποιες πτυχές της πολιτικής του Κωστάκη Καραμανλή, κυρίως στην πρώτη τριετία. Επιδίωξη ή αγωνία πάντως, όπως κι αν το πει κανείς, σημασία έχει ότι το πρόβλημα τίθεται και έχει και αντικειμενική βάση. Εύστοχα το ΚΚΕ στις Θέσεις για το 18ο Συνέδριο ανέδειξε το ενδεχόμενο (ως συνέπεια της όξυνσης της καπιταλιστικής κρίσης) να υπάρξει υποχώρηση της θέσης της χώρας στην ευρύτερη περιοχή και, κατά συνέπεια, γενικότερη υποχώρησή της στην ιμπεριαλιστική αλυσσίδα.

Στο σημείο αυτό αξίζει μια ιστορική παρένθεση: είναι πλέον επιβεβαιωμένο ότι ο Ανδρέας υπήρξε πολιτικό τέκνο του Καραμανλή κι όχι του πατέρα του, όπως μαρτυρούν μια σειρά σοβαρές πηγές για τη σχέση των δυο ανδρών διαχρονικά. Αυτής της (κοινής) κατεύθυνσης προιόν ήταν άλλωστε οι συγκλίνουσες πολιτικές τους επιλογές μετά την μεταπολίτευση: η ταυτόχρονη σχεδον ίδρυση ΝΔ και ΠΑΣΟΚ και όχι η επάνοδος στο σχήμα ΕΡΕ-Ένωση Κέντρου, το οποίο στη συνείδηση του ελληνικού λαού είχε ανεπανόρθωτα πληγεί και ταυτιστεί με το μετεμφυλιακό κράτος και το καθεστώς της αμερικανοκρατίας που οδήγησε και στη χούντα. Με διαφορετικούς δρόμους και με διαφορετικούς "ρόλους" στο παιχνίδι, για λογαριασμό πάντα των πιο στρατηγικά σκεπτόμενων τμημάτων και κύκλων της αστικής τάξης, διαμορφώθηκε το μεταπολιτευτικό σκηνικό, απορροφήθηκαν ομαλά για το σύστημα οι ριζοσπαστικές διαθέσεις των λαϊκών στρωμάτων, περιθωριοποιήθηκε η αριστερά, ενσωματώθηκε το εργατικό κίνημα, προωθήθηκαν χωρίς "τριβές" αναγκαίοι αστικοί εκσυγχρονισμοί, διαμορφώθηκαν βαθύτεροι όροι ενσωμάτωσης του ελληνικού καπιταλισμού στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής διεθνοποίησης και του διακρατικού της φορέα, της ΕΟΚ και μετέπειτα ΕΕ. Η στρατηγική αυτή είχε στόχο τη βαθύτερη θωράκιση του συστήματος στην Ελλάδα και την ενεργητικότερη συμμετοχή μερίδων της αστικής τάξης στις γενικότερες διεργασίες, ασφαλώς από ανισότιμες θέσεις αλλά με διακριτό ρόλο. Το κυριότερο είναι ότι στα πλαίσια αυτής της στρατηγικής, διαμορφώθηκε μια πτέρυγα της αστικής τάξης η οποία αναβάθμισε τους δεσμούς της με το δυτικοευρωπαϊκό μονοπωλιακό κεφάλαιο (τα περίφημα "νέα τζάκια" που ακούγαμε στα τέλη της δεκαετίας του '80 και στη δεκαετία του '90), οι θέσεις του οποίου στην ελληνική καπιταλιστική οικονομία σημείωσαν ραγδαία πρόοδο την τελευταία 30ετία. Το γεγονός αυτό, οπωσδήποτε δημιουργούσε το έδαφος για μια ορισμένη όξυνση των ενδοιμπεριαλιστικών αντιθέσεων στο έδαφος της Ελλάδας, καθώς και στη διαπλοκή των αντιθέσεων αυτών με τις αντιθέσεις των διαφόρων μερίδων της αστικής τάξης σε σχέση και με μια σειρά εκφράσεις της πολιτικοστρατιωτικής εξάρτησης της χώρας από τις ΗΠΑ. Οι τελευταίες, ασφαλώς και δεν έχασαν ποτέ, ουσιαστικά, το πάνω χέρι στις εξελίξεις στη χώρα, αλλά ταυτόχρονα χρειάστηκε να μεθοδεύσουν σε ορισμένες φάσεις εντονότερα την ανάμιξή τους στα εσωτερικά πολιτικά πράγματα (όπως π.χ. για την πτώση του Παπανδρέου με τα σκάνδαλα το '87-'89). Σημείο καμπής στη διαδικασία αυτή είναι οι ανατροπές στο διεθνή συσχετισμό, τη διετία '89-'91. Αν στο προηγούμενο διάστημα οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις παρέμεναν σε δεύτερο πλάνο, εν όψει του κυρίου μετώπου του ιμπεριαλισμού με τον ταξικό του εχθρό, η προσωρινή έστω νίκη του ιμπεριαλισμού στις αρχές της δεκαετία του '90 τις απελευθέρωσε στη συνέχεια και, έτσι, οι εκδηλώσεις τους άρχισαν να γίνονται πολύ περισσότερο ορατές και στη γειτονιά μας και στη χώρα μας ειδικότερα. Έχω σταθεί αρκετά εκτεταμένα στα πρόσφατα "επεισόδια" αυτού του "σήριαλ" που σχετίζονται άμεσα με τις πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις στη χώρα, την τελευταία δεκαετία, επομένως να μην επεκταθώ άλλο σε αυτό το θέμα.

Το ζήτημα, ωστόσο, που πρέπει να τονιστεί εδώ είναι ότι η όξυνση της καπιταλιστικής κρίσης έχει διαμορφώσει τους όρους για μια πιθανή υποχώρηση της θέσης της χώρας στην ευρύτερη περιοχή. Το γεγονός ότι η περίφημη "βαλκανική ενδοχώρα" προς την οποία κατευθύνθηκε το μεγαλύτερο μέρος των εκροών κεφαλαίου από τη χώρα μας βιώνει την κρίση πολύ χειρότερα από το μέσο όρο δεν αφήνει μεγάλα περιθώρια αισιοδοξίας. Στην εικόνα αυτή, προσθέστε και τα δημοσιονομικά χάλια, την επιδείνωση του εμπορικού ισοζυγίου, τους επαχθέστερους όρους εξωτερικού δανεισμού (χαρακτηριστικά, το ελληνικό δημόσιο δανείζεται με ως και 5 φορές υψηλότερο spread από αυτό με το οποίο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δανείζει τους εγχώριους τραπεζικούς ομίλους), την απειλή αποχώρησης γερμανικών κυρίως κεφαλαίων από τη χώρα (τα Ναυπηγεία είναι ένα πρώτο "θύμα", σειρά έχει ίσως(;) ο ΟΤΕ;) για να πάρει κανείς μιαν εικόνα. Την ίδια στιγμή, όπως σημειώνει και η ανάλυση του "Ριζοσπάστη" που επικαλέστηκε ο ανώνυμος φίλος, οι εξελίξεις στην περιοχή και η υπό διαμόρφωση νέα στρατηγική της τουρκικής άρχουσας τάξης στο φόντο των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών απειλούν ευθέως με νέες, πολύ πιο οδυνηρές αυτή τη φορά υποχωρήσεις. Το αντικειμενικό υπόβαθρο, λοιπόν, για να "φουντώσει" ένας προβληματισμός στους κυρίαρχους κύκλους (ιδίως στους κύκλους εκείνους που βγήκαν ηττημένοι από την εκλογική αναμέτρηση της 4ης Οκτωβρίου) υπάρχει και δικαιολογεί, αν θέλετε, μια σειρά γεγονότα του τελευταίου διαστήματος που δεν πέρασαν απαρατήρητα. Ξεχωρίζω δυο, την αναζωπύρωση της "Ιμιολογίας" με ειδικό "στόλισμα" του Πάγκαλου για το ρόλο του σ'εκείνη την υπόθεση - και με έντονους παραλληλισμούς με τις συμφωνίες Μαδρίτης και Ελσίνσκι σε σχέση με τα ανοίγματα του George προς την Τουρκία, αμέσως μετά την εκλογή του. Το δεύτερο, την ενίσχυση "στα ξαφνικά" (χωρίς κάποιον προφανή λόγο, φαινομενικά) της συζήτησης για τη Θράκη και το ρόλο του τουρκικού προξενείου, με σωρεία εκπομπών, αποκαλύψεων, συζητήσεων, αφιερωμάτων κλπ. Όλα δείχνουν ότι "κάτι παίζεται" και αυτό το "κάτι" διόλου καθησυχαστικό δεν είναι...

Κακόγουστο ανέκδοτο ο «πατριωτισμός» της αστικής τάξης

Έκανα αυτή τη μακρά εισαγωγή γιατί θέλω να καταλήξω στο εξής: η αντίθεση - ας το πω σχηματικά - "ευρωπαϊστών" και "ατλαντιστών" στο εσωτερικό της ελληνικής αστικής τάξης και του πολιτικού της προσωπικού, αν και είναι πολύ σημαντική για την ορθή ανάγνωση του πολιτικού συσχετισμού και τη χάραξη ορθής τακτικής από την πλευρά του επαναστατικού κινήματος, εν τούτοις παραμένει από στρατηγική σκοπιά μια δευτερεύουσα αντίθεση που δεν επιδέχεται στρατηγικής, αλλά μόνον τακτικής αξιοποίησης. Το λάθος του 8ου Συνεδρίου του ΚΚΕ περί ύπαρξης, τάχα, "εθνικής αστικής τάξης" με την οποία μπορούσε να υπάρξει συμμαχία για το πρώτο, εθνικοανεξαρτησιακό στάδιο της επαναστατικής διαδικασίας ευτυχώς διορθώθηκε σχετικά νωρίς και σήμερα πλέον, με το παρόν πρόγραμμα του ΚΚΕ, έχει εντελώς απορριφθεί - και πολύ σωστά – κάθε τέτοια σκέψη. Η ελληνική αστική τάξη στο σύνολό της αποδείχθηκε ιστορικά δέσμια των σχέσεων πολιτικοστρατιωτικής εξάρτησης από τον αμερικάνικο παράγοντα, ενώ οι όποιες κινήσεις της προς τους αντίπαλους των ΗΠΑ ιμπεριαλιστές είχαν πάντα δευτερεύοντα χαρακτήρα και, πάντως, δε σηματοδοτούσαν κατά κανέναν τρόπο διάθεση ρήξης με το καθεστώς της εξάρτησης. Άλλωστε, οι υλικοί όροι ανάπτυξης του ελληνικού κρατικο-μονοπωλιακού καπιταλισμού δεν επέτρεπαν και δεν επιτρέπουν κάτι τέτοιο. Φυσικά, η οργανική ένταξη της αστικής τάξης της χώρας στις ιμπεριαλιστικές ενώσεις όπως η ΕΕ της επιτρέπουν ορισμένες "φιλοδοξίες" αναφορικά με τη δυνατότητα απόσπασης καποιων ψιχίων της λείας από την εκμετάλλευση των λαών της περιοχής, με αντάλλαγμα έναν ρόλο "περιφερειακού χωροφύλακα". Ωστόσο, το εγχείρημα αυτό αποδεικνύεται ιστορικά εξαιρετικά αμφίβολο ως προς τη ρεαλιστικότητά του, καθώς διαπλέκεται με τις αλληλοσυγκρουόμενες ιμπεριαλιστικές γεωστρατηγικές επιδιώξεις και αντίστοιχες "φιλοδοξίες" άλλων αστικών τάξεων σε παρεμφερή θέση με αυτή της Ελλάδας, όπως αυτής της Τουρκίας. Έτσι, η συζήτηση ορισμένων κύκλων για τον "πατριωτικό χαρακτήρα" αυτών ή εκείνων των αστικών δυνάμεων (π.χ. του Κωστάκη με αφορμή τα ανοίγματα σε Γερμανία-Ρωσία) έχει ανεκδοτολογικό χαρακτήρα - οι παλινωδίες και η κατάντια του ίδιου του "πατριώτη Κωστάκη", αλλά και ο πρόσφατος εκλογικός θρίαμβος της νέας αμερικανοκρατίας του George αποτελούν την καλύτερη απόδειξη για του λόγου το αληθές. Καμία αυταπάτη, λοιπόν, για τις δυνάμεις αυτές. Ο "πατριωτισμός" της αστικής τάξης είτε θα εκφράζεται ως ιμπεριαλιστικός επεκτατισμός, είτε θα εκφράζεται (σε χώρες σαν την Ελλάδα) ως μίγμα συγχρόνως ενός κοσμοπολίτικου οικονομικού "μικρομεγαλοϊδεατισμού" (όπως το δόγμα Σημίτη περί "οικονομικής ενδοχώρας των Βαλκανίων" όπου, ακόμα κι εκεί, οι ελληνικοί όμιλοι λειτουργούν ως προπομποί και local dealers των μεγάλων πολυεθνικών ομίλων που βρίσκονται από πίσω) και της παραδοσιακής υποταγής στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς, συχνά ακόμα και με "ηχηρό" και "άτσαλο" τρόπο (όπως οι περιπτώσεις Ιμίων, Σκοπίων κλπ.). Η αστική τάξη ήταν, είναι και θα είναι ξένη και εχθρική προς την έννοια του λαϊκού πατριωτισμού και της εθνικής ανεξαρτησίας. Τόσο οι ιστορικές της καταβολές και ο τρόπος που "λύθηκε" - όπως και όσο λύθηκε - το εθνικό ζήτημα στη χώρα, όσο και τα σύγχρονα συμφέροντά της, την τοποθετούν σαφώς στον αντίποδα. Ο αληθινός πατριωτισμός είναι εκείνος που αναγνωρίζει ως εθνικό συμφέρον το συμφέρον της πλατιάς λαϊκής πλειοψηφίας, της εργατικής τάξης, της φτωχομεσαίας αγροτιάς, των αυταπασχολούμενων της πόλης, της μισθωτής εργαζόμενης διανόησης και νεολαίας. Και το συμφέρον αυτό είναι σε ευθεία ρήξη με τη στρατηγική των μονοπωλίων και του ιμπεριαλισμού, είτε του αμερικάνικου, είτε του ευρωπαϊκού. Επομένως, λύση σε αληθινά πατριωτική, εθνικοανεξαρτησιακή κατεύθυνση μπορεί να είναι μόνο μια λύση ανατροπής του καθεστώτος της εξουσίας των μονοπωλίων και των ιμπεριαλιστικών δεσμεύσεων της χώρας. Ως προς αυτό, που είναι το στρατηγικό ζήτημα, δε χωρά δεύτερη συζήτηση.

Μια αντίθεση που οφείλουμε να εκμεταλλευτούμε

Βεβαίως, αυτό που στρατηγικά απορρίπτεται ασυζητητί (δηλ. η προοπτική συμμαχίας με τα «ευρωπαϊστικά» ή «ρωσόφιλα» - αν δεχθούμε καν την ύπαξη των δεύτερων, κάτι για το οποίο αμφιβάλλω ισχυρά – τμήματα της αστικής τάξης) δε σημαίνει ότι μας είναι αδιάφορο από την άποψη της τακτικής. Σ’αυτό το θέμα είχα την ευκαιρία να αναφερθώ σε ένα παλιότερο σχόλιό μου, με αφορμή μια συζήτηση για την Μπιρμπίλη (αν θυμάμαι καλά στο προηγούμενο ή το προ-προηγούμενο άρθρο) οπότε παραπέμπω εκεί για το βασικό σκεπτικό. Εδώ θέλω απλά να τονίσω πως, από τη σκοπιά της τακτικής, καμία αντίθεση δε μας είναι αδιάφορη, πολύ περισσότερο όταν αφορά τον αντίπαλο. Καθήκον μας είναι, όχι απλά να τη μελετάμε και να τη «μαθαίνουμε» όσο καλύτερα γίνεται, να κατανοούμε σε τι συνίσταται, ποιο είναι το βάθος και οι μορφές της, πως εξελίσσεται στο χρόνο, αλλά – κυρίως – το να βρίσκουμε τρόπους να την αξιοποιούμε, να την οξύνουμε παραπέρα. Το έχω ήδη αναφέρει, αλλά ας το ξαναπώ το παράδειγμα: το σύνθημα για την απομάκρυνση των βάσεων των ΗΠΑ και την έξοδο της χώρας από το ΝΑΤΟ, βασικά στρέφεται κατά των αμερικάνων ιμπεριαλιστών, μιας και στη δική τους πολιτικοστρατιωτική σφαίρα επιρροής ανήκει η χώρα. Η τυχόν υλοποίηση αυτού του στόχου, να το πω σχηματικά, θα «πονέσει» περισσότερο τους αμερικάνους ιμπεριαλιστές από όλους τους άλλους ανταγωνιστές τους στο παιχνίδι της παγκόσμιας κυριαρχίας – κάποιους μάλιστα από αυτούς (π.χ. Ρωσία και Κίνα) μπορεί και να τους ωφελήσει πρόσκαιρα. Σημαίνει μήπως κάτι τέτοιο ότι εμείς «είμαστε με τη Ρωσία» ή «είμαστε με την Κίνα», επειδή παλεύουμε για να ξηλωθούν οι βάσεις; Ασφαλώς και όχι! Ίσα-ίσα, καθήκον μας είναι να εντείνουμε αυτή μας την πάλη, να κάνουμε πιο πειστική τη ζύμωσή μας (π.χ. αξιοποιώντας τη λαϊκή πείρα από το ρόλο του ΝΑΤΟ και των αμερικάνων στη χούντα, στον Αττίλα, στο Αιγαίο, στη Θράκη, στα Βαλκάνια ή το ρόλο που έπαιξαν οι βάσεις σε κορυφαίες στιγμές της ιστορίας της χώρας), να πάρουμε ακόμα περισσότερες πρωτοβουλίες στο λαό για να προβάλλουμε τους στόχους μας γιατί – εκτός των άλλων – έτσι θα οξύνουμε την αντίθεση ανάμεσα στους ιμπεριαλιστές δυνάστες και στους εγχώριους «εκλεκτούς» τους, ιδιαίτερα όσο το διεθνές (και το πιο κοντινό ιδιαίτερα) περιβάλλον θα μυρίζει όλο και πιο πολύ «μπαρούτι», όπως δείχνουν τα πράγματα. Στις συνθήκες της καπιταλιστικής κρίσης που καλπάζει, που αδυνατεί να ελεγχθεί με τα συνήθη, «οικονομικά» εργαλεία και που ο πόλεμος φαντάζει σιγά-σιγά όλο και περισσότερο σαν η τελευταία διέξοδος για τα πολυεθνικά μονοπώλια για να επανέλθει το σύστημα σε τροχιά ανόδου, ακόμα και το πιο μικρό «πλεονέκτημα», η πιο μικρή υποχώρηση του αντίπαλου, έστω και για ένα προσωρινό διάστημα, θα έχει γι αυτούς τεράστια σημασία – όπως και για εμάς.

Κι ας πάρουμε υπόψη μας και το εξής. Ο αστικός εθνικισμός-κοσμοπολιτισμός είναι ένα πράγμα και ο μικροαστικός «πατριωτικός» προβληματισμός είναι ένα άλλο, διαφορετικό. Σε ορισμένα τμήματα των μεσαίων στρωμάτων ή ακόμα και της μη-μονοπωλιακής αστικής τάξης η οικονομική πίεση των μονοπωλίων και οι γεωπολιτικοί σχεδιασμοί των ιμπεριαλιστών προκαλούν αντικειμενικές ανησυχίες, μιας και απειλούν ευθέως την ίδια τους την ύπαρξη. Είναι σαφές ότι οι πολιτικοί εκφραστές αυτών των δυνάμεων (π.χ. το κόμμα του Παπαθεμελή, διάφοροι όμιλοι μελετών και περιοδικά, ένα τμήμα της μικροαστικής διανόησης, ακόμα και όμιλοι και πρωτοβουλίες απόστρατων δημοκρατικών αξιωματικών όπως η «Κίνηση για την Εθνική Άμυνα») ούτε έχουν, ούτε μπορούν να αποκτήσουν το βάθος και τη συνέπεια της δικής μας θέσης. Πρόκειται για έναν ασυνεπή, ταλαντευόμενο μικροαστικό ριζοσπαστισμό (και κάποιες φορές ακόμα λιγότερο, απλά μια μικροαστική αντινεοταξική φρασεολογία) που ωστόσο εκφράζει πραγματικές κοινωνικές δυνάμεις και διεργασίες, τις οποίες η αστική τάξη θέλει και επιδιώκει να ποδηγετήσει και να ελέγξει. Αποτελεί για εμάς ειδικό, ιδιαίτερο καθήκον το πως θα «χειριστούμε» τις δυνάμεις αυτές, ώστε να μην επιτρέψουμε σε μηχανισμούς του συστήματος (όπως η ακροδεξιά τύπου ΛΑΟΣ, ή η εκκλησία η οποία στηρίζει τον Παπαθεμελή ειδικά στη Β. Ελλάδα) να «πάρουν υπό τη σκέπη τους» αυτό τον προβληματισμό, οδηγώντας τον σε ακίνδυνα, εκτονωτικά ή, αντίθετα, σε πολύ επίνδυνα ακροδεξιά, εθνικιστικά μονοπάτια. Το καθήκον αυτό δεν πρέπει να κατανοείται στενά, μόνο σε σχέση με τα λεγόμενα «εθνικά» θέματα. Αντίθετα, έχει πολύ μεγαλύτερο εύρος και συνθετότητα. Ένα-δυο παραδείγματα: μια απλή εικόνα της κατάστασης της οικονομίας, θα αναδείξει μια σειρά παραδοσιακών κλάδων στους οποίους η τάση είναι η διαρκής και ραγδαία συρρίκνωση. Πρόκειται για κλάδους χαμηλής έντασης κεφαλαίου και τεχνολογίας, με σχετικά χαμηλό δείκτη μονοπώλησης (όπως το ένδυμα, η κλωστοϋφαντουργία, η κατεργασία δέρματος, ξύλου κλπ.). Κοινωνικά, εκτός από κλάδους με συγκεκντρωμένη εργατική δύναμη, είναι κλάδοι που βασικά συναντάμε αρκετούς βιοτέχνες και αρκετούς μικροαστούς ή μη-μονοπωλιακή «μεσαία» αστική τάξη. Οι κλάδοι αυτοί βίωσαν με πολύ οξυμένο τρόπο τις επιπτώσεις των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, λόγω του Μάαστριχτ και της ΟΝΕ, χτυπήθηκαν έντονα από τον ανταγωνισμό των ξένων πολυεθνικών ομίλων. Η ανάπτυξη της πάλης μας ενάντια στην πολιτική της Ε.Ε., ειδικά ενάντια στις περίφημες «τέσσερις ελευθερίες κίνησης» (κεφαλαίου, εργασίας, εμπορευμάτων και υπηρεσιών) στο βαθμό που θα κατακτά νίκες, βοηθά στην προσωρινή ουδετεροποίηση ορισμένων και στο τράβηγμα των χαμηλότερων από αυτά τα στρώματα (κυρίως αυταπασχολούμενους και μικρούς εμποροβιοτέχνες) στον αγώνα ενάντια σε πλευρές της εξουσίας των μονοπωλίων, αδυνατίζοντας και υποσκάπτοντας τα κοινωνικά ερείσματα του αστικού συνασπισμού εξουσίας. Φυσικά, όρος για την επιτυχία και αυτού του ειδικού καθήκοντος και απόλυτη προτεραιότητα στη δράση μας δε μπορεί παρά να είναι η συσπείρωση και η ανασυγκρότηση σε ταξική βάση του εργατικού κινήματος, στη βάση του πλαισίου διεκδικήσεων που έχει επεξεργαστεί το ΠΑΜΕ και τα ταξικά συνδικάτα. Καμία έκπτωση και κανείς συμβιβασμός ως προς το ζήτημα αυτό δεν είναι νοητός, ούτε από θέσεις αρχών, ούτε καν για λόγους τακτικής, μιας και τελικά θα μας επαναφέρει στην αρνητική πείρα της δεκαετίας του ’80, όπου η σωστή επίκληση της ανάγκης για κοινωνικές συμμαχίες της εργατικής τάξης απολυτοποιήθηκε, ανάχθηκε σε περίπου αυτοσκοπό και όχι μέσο για τη συγκρότηση της επαναστατικής στρατιάς, οδηγώντας σε απόσπαση και αυτονόμηση της τακτικής από την επαναστατική στρατηγική.

Συμπέρασμα

Συνοψίζω, λοιπόν: Ειδικά σήμερα, σε συνθήκες κρίσης, να μη φοβηθούμε να οξύνουμε την κρίση τους! Να μη φοβηθούμε να εκμεταλλευτούμε τις αντιθέσεις τους! Μόνο κέρδος μπορεί να έχει το επαναστατικό κίνημα από αυτό – αρκεί να μάθουμε καλά την «τέχνη» να ελισσόμαστε χωρίς να χάνουμε το στρατηγικό μας στόχο, χωρίς να χάνουμε την πολιτική-ιδεολογική-οργανωτική μας αυτοτέλεια μέσα σε άσκοπες και λαθεμένες «συμμαχίες». Ο μεγάλος Λένιν, στο περίφημο κείμενό του «Δυο ταχτικές της σοσιαλδημοκρατίας στη δημοκρατική επανάσταση», περιγράφοντας τη σχέση του κόμματος με την αστική τάξη στον αγώνα ενάντια στον τσαρισμό, έγραφε: «χτυπάμε μαζί – βαδίζουμε χωριστά». Εμείς το δρόμο μας κι αυτοί το δικό τους. Αυτό το σύνθημα διατηρεί και σήμερα την αξεπέραστη επικαιρότητά του. Πιο ώριμοι, διδαγμένοι από τη θετική και αρνητική πείρα του κινήματος, σταθεροί στο λενινιστικό δρόμο θα βαδίσουμε και σ’αυτές τις δύσκολες αλλά ελπιδοφόρες μάχες που μας περιμένουν!