Τετάρτη, 15 Μαΐου 2013

Σκέψεις και εκτιμήσεις για τη διεθνή κατάσταση

Οι σκέψεις που ακολουθούν δε φιλοδοξούν, ασφαλώς, να αποτελέσουν ολοκληρωμένη άποψη πάνω στο θέμα. Αποτυπώνουν απλώς κάποιους προβληματισμούς και μια απόπειρα πρόβλεψης των εξελίξεων - με τα αναπόφευκτα ρίσκα μιας τέτοιας απόπειρας. Ας κριθούν με τη δέουσα "επιείκεια"...

Η διάταξη των δυνάμεων στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα, με βάση τα δεδομένα της στιγμής, δείχνει ότι η πρωτοκαθεδρία παραμένει στο μπλοκ του αγγλοσαξονικού ιμπεριαλισμού (ΗΠΑ-Αγγλία-Αυστραλία-Καναδάς κλπ.), ωστόσο οξύνεται και θα οξυνθεί παραπέρα το επόμενο διάστημα η αντίθεσή του με δυνάμεις όπως η Κίνα, η Ρωσία, οι υπόλοιπες BRICS. Η αντίθεση του πρώτου μπλοκ με το δεύτερο είναι η βασική αντίθεση στο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο. Η εκμετάλλευση από πλευράς του ενός πόλου, των αντιθέσεων στο εσωτερικό του άλλου (π.χ. αντιθέσεις Ρωσίας-Κίνας και ΗΠΑ-Αγγλίας), δεν αλλάζουν για την ώρα τη βασική εκτίμηση.

Το στρατόπεδο του αγγλοσαξονικού ιμπεριαλισμού χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη σαφώς κυρίαρχου πόλου, αυτού των ΗΠΑ. Η κυριαρχία αυτή εδράζεται τόσο στην αδιαμφισβήτητη πολιτικοστρατιωτική υπεροχή, η οποία εκφράζεται και στο γεγονός ότι, παρά τις μέχρι πρότινος απώλειες από το ευρώ, το δολάριο παραμένει το βασικό διεθνές αποθεματικό νόμισμα. Ωστόσο, η θέση των ΗΠΑ δεν είναι σταθερή: το πρόβλημα της διαχείρισης του υπέρογκου κρατικού τους χρέους (μεγάλο μέρος του οποίου είναι στα χέρια της ΛΔ Κίνας), οι δυσκολίες στη διασφάλιση του εφοδιασμού σε ενεργειακές και άλλες στρατηγικής σημασίας πρώτες ύλες και το βάθεμα της κρίσης υπερσυσσώρευσης και υπερπαραγωγής, είναι παράγοντες που προοπτικά υπονομεύουν την κυρίαρχη θέση των ΗΠΑ, σε συνδυασμό με την ενίσχυση, οικονομικά αλλά και στο πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο, του άξονα των BRICS – παρά το γεγονός ότι ο τελευταίος ακόμα απέχει πολύ από το να έχει συγκροτηθεί σε συντεταγμένο «αντίπαλο πόλο». Σοβαρά πλήγματα έχουν δεχθεί οι θέσεις των ΗΠΑ στο μέχρι χθες «μαλακό» τους «υπογάστριο», τη Λατινική Αμερική με τη ανάδειξη μιας σειράς κυβερνήσεων περισσότερο ή λιγότερο αποστασιοποιημένων από την πολιτική τους, με εμφανή την παρέμβαση κυρίως της Κίνας, αλλά και της Ρωσίας. Στην εξίσου «θερμή» περιοχή της Ευρασίας, η θέση των ΗΠΑ επίσης αμφισβητείται: η αποτροπή, προς το παρόν τουλάχιστον, της διείσδυσής τους σε Ουκρανία και της προώθησης των θέσεών τους στον Καύκασο (Τσετσενία, Οσετία, Αμπχαζία) και την Κεντρική, πρώην Σοβιετική Ασία (Καζαχστάν, Ουζμπεκιστάν, Κιργιστάν, Τουρκμενιστάν) λόγω της αποφασιστικής στάσης της Ρωσίας, η προς το παρόν σταθερή κατάσταση στο Ιράν και η διατήρηση ισχυρών ερεισμάτων του στον αραβικό κόσμο (Χεζμπολλάχ, Συρία – με την οποία έχουν παραδοσιακά καλές σχέσεις και οι Ρώσοι – και Σιίτες του Ιράκ) θέτουν σημαντικά εμπόδια στην προώθηση των αμερικάνικων σχεδιασμών. Αντίστοιχη είναι και η εικόνα στην περιοχή της Άπω Ανατολής-Ειρηνικού, όπου η κινέζικη πίεση (αυτοτελώς, αλλά και μέσω ΛΔ Κορέας) στα παραδοσιακά ερείσματα των ΗΠΑ (Ιαπωνία, Ταϊβάν, Νότια Κορέα, Ινδονησία) εντείνεται.

Στο έδαφος αυτής της κατάστασης διαμορφώνονται δυο βασικές γραμμές στο εσωτερικό της αμερικανικής αστικής τάξης, εκ των οποίων η σημερινά κυρίαρχη (βασικός εκφραστής της οποίας είναι η «γραμμή Ομπάμα») συνίσταται στο συνδυασμό μιας πολιτικής νεοκεϋνσιανής τόνωσης της ζήτησης και των αμερικανικών εξαγωγών με βασικό «εργαλείο» τη διολίσθηση σε ένα «ελεγχόμενα» πληθωριστικό δολάριο, με την ενεργητική παρέμβαση στο σύνολο των ανοικτών γεωστρατηγικών μετώπων που, αντικειμενικά, φέρνουν σε σύγκρουση τις ΗΠΑ με Ρωσία, Κίνα (και επίσης με Ιράν, ΛΔ Κορέας) και συγχρόνως οξύνουν, σε ένα ορισμένο βαθμό, αντιθέσεις με παραδοσιακούς συμμάχους των ΗΠΑ, όπως η Μ. Βρετανία και το Ισραήλ. Στον αντίποδα, η παραδοσιακή ρεπουμπλικάνικη «γραμμή Ρόμνι» με ερείσματα κυρίως στο πετρελαϊκό και στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα, κινείται σε πιο μονεταριστική λογική στα οικονομικά, με βασικό στόχο τη διατήρηση ενός «σκληρού», σχετικά, δολαρίου ως διεθνούς αποθεματικού νομίσματος που αντλεί βασικό έρεισμα από την πολιτικοστρατιωτική ισχύ και την «ενεργειακή ηγεμονία». Στο εξωτερικό, κυρίως προτάσσει την ανάκτηση του γεωπολιτικού ελέγχου στην ίδια την αμερικανική ήπειρο και στον έλεγχο του αραβικού πετρελαίου μέσω της «παραδοσιακής» πολιτικής στήριξης του σιωνιστικού ιμπεριαλισμού και των φιλοαμερικάνικων αραβικών ηγεσιών σε Σαουδική Αραβία, Κουβέιτ, Ιορδανία, Κατάρ κλπ. και λιγότερο μέσω μιας απευθείας ανάμιξης με στρατιωτικούς όρους. Απέναντι σε Ρωσία, Κίνα προτάσσει μια πολιτική βασισμένη κύρια στη διατήρηση του ψυχροπολεμικού κλίματος στρατιωτικής (βλέπε «Πόλεμος των Άστρων»), αλλά και πολιτικής «περικύκλωσης».

Δευτερεύουσες, αλλά σημαντικές και υπαρκτές είναι οι αντιθέσεις που υπάρχουν ανάμεσα στις ΗΠΑ και σε παραδοσιακούς της συμμάχους, όπως η Μ. Βρετανία και το Ισραήλ. Ο αγγλικός ιμπεριαλισμός, αν και η θέση του έχει σημαντικά υποχωρήσει, εντούτοις έχει κατορθώσει μέσω της συμμαχίας του με τις ΗΠΑ να συμμετέχει από θέσεις ισχύος στη διαπραγμάτευση για τη νέα μοιρασιά της «λείας». Αξιοποιεί τα παραδοσιακά του ιστορικά και γεωπολιτικά ερείσματα στη Μ. Ανατολή, στην Κύπρο, τη Μεσοποταμία, την Αφρικανική ήπειρο. Ιδιαίτερα σήμερα αξιοποιεί τη στρατηγική συνεργασία με την Τουρκία του «νέο-οθωμανισμού», μια σχέση που, πέραν των ιστορικών της καταβολών, εδράζεται σε κοινά συμφέροντα στην περιοχή. Η επιδίωξη των άγγλων ιμπεριαλιστών να είναι παρόντες στη μοιρασιά της «πίτας» των πετρελαίων του Β. Ιράκ και των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων της ΝΑ Μεσογείου, «δένει» με την επιδίωξη της τουρκικής αστικής τάξης να παίξει το ρόλο του διαμεσολαβητή για λογαριασμό του ευρωατλαντισμού στο αμερικάνικο σχέδιο της «Νέας Μέσης Ανατολής», με ανταλλάγματα στην Κύπρο, στο Κουρδικό, στο Αιγαίο, στη Θράκη. Η «ενεργοποίηση» των «Αδελφών Μουσουλμάνων» από τη ναφθαλίνη του Λονδίνου, για να παίξουν το ρόλο που παίζουν στην «αραβική άνοιξη», σε συνδυασμό με τη διάβρωση της (πρώην, πλέον) φιλοϊρανικής ΧΑΜΑΣ από την τουρκική ΜΙΤ και την MI6, ο ρόλος των στρατιωτικών βάσεων της Μ. Βρετανίας στην Κύπρο, στις επιχειρήσεις στη Λιβύη και στη Συρία, είναι μερικές από της πλευρές της αυτοτελούς παρέμβασης του Λονδίνου στην περιοχή. Μια ακόμα ιδιαίτερη πλευρά έχει να κάνει με την παρέμβαση του αγγλικού παράγοντα στα ελληνικά πολιτικά πράγματα, αλλά στο θέμα αυτό θα αναφερθούμε αργότερα.

Η ενεργοποίηση του άξονα Λονδίνο-Άγκυρα, στο πλαίσιο της γενικότερης αμερικανοΝΑΤΟικής «ομπρέλας» για τη «Νέα Μέση Ανατολή», αλλά και η συνθετότητα της μοιρασιάς της πίτας των «οικοπέδων» εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων στην ΝΑ Μεσόγειο, δημιουργεί «τριβές» στις σχέσεις των ΗΠΑ με το Ισραήλ.  Η προσπάθεια των ΗΠΑ, με τη βοήθεια των άγγλων και των τούρκων να διεισδύσουν στον αραβικό κόσμο μέσω των «Αδελφών Μουσουλμάνων» και της ΧΑΜΑΣ, υπερφαλαγγίζοντας τις παραδοσιακά φιλοδυτικές μοναρχίες της Σ. Αραβίας, των Εμιράτων κλπ., πιέζουν το Ισραήλ, καθώς είναι πιθανή πλέον η προοπτική ενός παλαιστινιακού «ανεξάρτητου» προτεκτοράτου στα Κατεχόμενα, κάτι που το Τελ-Αβίβ δε θέλει ούτε να το ακούει, προς το παρόν. Επίσης, οι σιωνιστές φοβούνται ότι το παιχνίδι των ΗΠΑ με τη «σκληρή», σουνιτική πτέρυγα του Ισλάμ για την αποσταθεροποίηση στη Λιβύη, τη Συρία, την Αίγυπτο θα οξύνει συνολικά την πίεση στο κράτος τους και θα υποχρεώσει σε παραχωρήσεις. Στο πλαίσιο αυτό, το Ισραήλ δεν ήταν αναφανδόν υπέρ της ανατροπής του Άσαντ στη Συρία, προτιμώντας έναν «γνωστό και προβλέψιμο αντίπαλο» από το μαχητικό ισλαμικό φονταμενταλισμό, έχοντας στο νου της για παράδειγμα την πείρα των μουτζαχεντίν στο Αφγανιστάν και τη μετέπειτα πορεία της υπόθεσης. Η επανεκλογή Ομπάμα στις ΗΠΑ δε βοήθησε στο να διασκεδαστούν αυτές οι ανησυχίες, ούτε βεβαίως η σχετική ενίσχυση του ρόλου της Τουρκίας με την εγκατάσταση συστοιχιών Patriot στα τουρκοσυριακά σύνορα. Σαν απάντηση, το Ισραήλ προωθεί τη «συνεργασία» με την Κύπρο (του θλιβερού «αριστερού» Χριστόφια…) και την Ελλάδα, σε μια προσπάθεια να αποκτήσει επιπλέον διαπραγματευτικά χαρτιά στο παιχνίδι της μοιρασιάς. Στο θέμα της Ελλάδας θα σταθούμε και παρακάτω πιο αναλυτικά. Στο θέμα της Κύπρου, το θέμα περιπλέκεται γιατί στο νησί έχει παραδοσιακά ερείσματα και η Ρωσία (εντυπωσιακό: όχι κυρίως στο ΑΚΕΛ, αλλά στο ΔΗΚΟ του μακαρίτη του Τ. Παπαδόπουλου) και είναι μάλλον αδύνατο να κλείσει η μοιρασιά χωρίς να ικανοποιηθεί και η Μόσχα…

Πόσο πιθανό είναι, λοιπόν, με βάση τις παραπάνω πολύπλοκες και αντιφατικές συσχετίσεις των αντιθέσεων, να έχουμε ανοιχτή στρατιωτική επέμβαση στη Συρία και το Ιράν το επόμενο διάστημα; Διακινδυνεύοντας μια πρόβλεψη, θα λέγαμε ότι προς το παρόν, κάτι τέτοιο δε φαίνεται άμεσα ορατό. Στρατιωτικά, η κατάσταση στη Συρία είναι ένα αδιέξοδο: χωρίς ξένο στρατό, οι «αντάρτες» δεν έχουν τη δυνατότητα να νικήσουν συντριπτικά το συριακό στρατό, αλλά και χωρίς ανοιχτή στρατιωτική ενίσχυση από τη Ρωσία ο Άσαντ δε μπορεί και να τους διαλύσει, πολλώ δε μάλλον που από άποψη πληθυσμιακής και θρησκευτικής σύνθεσης του συριακού αραβικού λαού, οι σουνίτες στους οποίους αναφέρονται οι «αδελφοί μουσουλμάνοι» και οι λοιποί μισθοφόροι «αντάρτες» είναι η συντριπτική πλειοψηφία. Αυτό δε σημαίνει ότι, πράγματι, η θέση του Άσαντ δε χειροτερεύει μέρα τη μέρα, όχι κυρίως στρατιωτικά, αλλά πολιτικά. Είναι φανερό ότι, έτσι όπως είναι σήμερα ο συσχετισμός, αλλά και τα στρατιωτικά δεδομένα στην περιοχή, η επιδίωξη των ιμπεριαλιστών είναι να υποσκάψουν με τον πόλεμο τη στήριξη του λαού στην κυβέρνηση Άσαντ και να διαμορφώσουν ένα ασφυκτικό κλοιό, χωρίς να χρειαστεί μια γενικευμένη, ανοιχτή, εξωτερική στρατιωτική επέμβαση. Επέμβαση του τουρκικού στρατού με «ανοιχτά» τα μετόπισθεν στο Κουρδιστάν, είναι αν μη τι άλλο παρακινδυνευμένη ενέργεια, υψηλού ρίσκου. Θα πρέπει να έχουν «κλείσει» το «πακέτο» των ανταλλαγμάτων πριν (που είναι εξόχως πολυπαραμετρικό, όπως είδαμε), για να μπει η Τουρκία σε ένα τέτοιο πόλεμο, για να μη μιλήσουμε για το σαφές μήνυμα που της έχει στείλει η Ρωσία να «μην ανακατευτεί παραπέρα». Η πλευρά Ιράν-Άσαντ «απάντησε», επίσης, ενεργοποιώντας και τον παράγοντα Χεζμπολλάχ στο Λίβανο, πιέζοντας το Ισραήλ σημαντικά (είναι νωπές οι μνήμες από το 2006, άλλωστε). Από την άλλη, η πιθανότητα ενός απευθείας χτυπήματος στο Ιράν, με ανοιχτό το «μέτωπο Άσαντ» είναι ακόμα λιγότερο πιθανή: θα οδηγούσε σε άμεση ανάφλεξη όλη την περιοχή της Μ. Ανατολής με απολήξεις στην ευρύτερη περιοχή της Ευρασίας, σε μια περίοδο που ακόμα δεν έχουν πάρει μια σταθερή μορφή οι αντιτιθέμενοι συνασπισμοί. Περισσότερο πιθανή είναι η συνέχιση αυτής της «υπόγειας» αντιπαράθεσης – που φυσικά οδηγεί στο θάνατο χιλιάδες αθώα θύματα του ιμπεριαλισμού καθημερινά – μέχρι να βρεθεί, είτε ένα περισσότερο ή λιγότερο βιώσιμο deal για τη μοιρασιά της «λείας», είτε μέχρι να σημειωθεί κάποια γενικότερης σημασίας αλλαγή στον γεωπολιτικό συσχετισμό και κάποιος να «κάνει πίσω». Η δημόσια τοποθέτηση της Ρωσίας ότι «δυστυχώς, είναι πιθανή μια πτώση του Άσαντ» δείχνει ότι οι διεργασίες για μια επόμενη μέρα σε ένα νέο τοπίο στην περιοχή είναι σε πλήρη εξέλιξη.

Ο γερμανικός και ο γαλλικός ιμπεριαλισμός ακολουθούν παράλληλες, αν και αποκλίνουσες πορείες: ο πρώτος, χάρη στο ευρώ ανέκτησε μεγάλο μέρος της οικονομικής του ισχύος και προσπαθεί να το αξιοποιήσει στην κατεύθυνση της ενδυνάμωσης της πολιτικοστρατιωτικής του θέσης, μέσα στα πλαίσια του ιμπεριαλιστικού συστήματος. Στο εσωτερικό της γερμανικής αστικής τάξης κυριαρχεί η γραμμή που επιδιώκει μια επιθετική διαπραγμάτευση με τις ΗΠΑ για να μην επωμιστεί η ίδια η Γερμανία μεγάλο μέρος της απαξίωσης κεφαλαίου, χωρίς όμως να τίθεται σε αμφισβήτηση το πλαίσιο του ευρωατλαντισμού, πολλώ δε μάλλον που υπάρχουν και στην ίδια τη Γερμανία πολύ σημαντικοί κύκλοι του κεφαλαίου που προκρίνουν έναν συμβιβασμό με τις ΗΠΑ, στη βάση του λεγόμενου «πακέτου Γκάιτνερ»: υποτίμηση του ευρώ σε ισοτιμία 1:1 με το δολάριο και από κοινού προσπάθεια εξαγωγικής διείσδυσης στις ασιατικές αγορές. Στην ουσία, πρόκειται για τη γραμμή αποδοχής της αμερικάνικης ηγεμονίας (που εκφράζεται με την παραίτηση του ευρώ από τη «μάχη» του αποθεματικού νομίσματος και την ανάληψη από τη Γερμανία σημαντικού μέρους του κόστους υποτίμησης κεφαλαίου για την έξοδο από την κρίση), με «αντάλλαγμα» τη διασφάλιση από κοινού οικονομικών και πολιτικών-στρατιωτικών όρων για «επέλαση» στις ασιατικές (κι όχι μόνο) αγορές. Η γραμμή αυτή είναι η απάντηση του ευρωατλαντικού μπλοκ στην πρόσκληση Πούτιν για «ενιαίο οικονομικό χώρο από τον Ατλαντικό ως τον Ειρηνικό», που απηύθυνε (ουσιαστικά) προς τη γερμανική αστική τάξη ήδη από το 2010. Αν και μέχρι σήμερα η γερμανική ηγεσία κρατά «σκληρή» στάση, εκτιμούμε ότι, τελικά, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στον ένα ή στον άλλο βαθμό, θα υποχρεωθεί να κινηθεί σε μια τέτοια λογική, ίσως μάλιστα και εντός του τρέχοντος έτους (αν και οι πιθανότητες για κάτι τέτοιο είναι μάλλον πενιχρές). Αντίθετα, ο γαλλικός ιμπεριαλισμός βρίσκεται σε φάση υποχώρησης και κρίσης και (όπως και η Ιταλία), στη φάση αυτή, επιλέγει να στηρίξει («προσεκτικά» έστω…) μια γραμμή παραπλήσια με την πολιτική Ομπάμα που οδηγεί αναπόφευκτα σε κλονισμό τον πάλαι ποτέ ισχυρό γαλλογερμανικό «άξονα» και λιγοστεύει ακόμα περισσότερο τα περιθώρια διαπραγμάτευσης της Γερμανίας, έναντι των ΗΠΑ.

Στο πλαίσιο αυτής της συλλογιστικής πρέπει να ενταχθεί και ο προβληματισμός σχετικά με το μέλλον της ευρωζώνης. Οι εκτιμήσεις περί επικείμενης διάλυσης, διάσπασης κλπ. δε φαίνονται να επιβεβαιώνονται. Ακόμα λιγότερη βάση φαίνεται να έχουν οι εκτιμήσεις περί επιδίωξης των ΗΠΑ να διαλυθεί η ευρωζώνη. Απεναντίας, μπορούμε μάλλον με ασφάλεια να εκτιμήσουμε ότι η αποφυγή διάλυσης της ευρωζώνης αποτελεί το πραγματικό ενοποιητικό έδαφος που θα ωθήσει προς τον «συμβιβασμό Γκαίτνερ» για τον οποίο μιλήσαμε παραπάνω. Από τη μια, οι ΗΠΑ δεν έχουν να κερδίσουν τίποτε ουσιαστικό από τη διάλυση της σημερινής ευρωζώνης, μιας και κάτι τέτοιο θα τους φέρει μιαν ώρα αρχύτερα προ του σοβαρού διλήμματος, είτε να εμμείνουν στην πολιτική του φτηνού δολαρίου για να στηρίξουν τις εξαγωγές τους, «θυσιάζοντας» το χαρακτήρα του ως αποθεματικό νόμισμα με ό,τι αυτό συνεπάγεται (στην ουσία ενταφιάζοντας οριστικά μια πολιτική που έχει πίσω της πάνω από εξήντα χρόνια ιστορίας από τη συμφωνία του Μπρέτον-Γουντς του 1947), εκτινάσσοντας το κρατικό χρέος και φέρνοντας πιο κοντά ένα νέο κύκλο μιας ακόμα βαθύτερης κρίσης, είτε να επιστρέψουν σε πιο μονεταριστικά μείγματα πολιτικής, με το αναπόφευκτο κόστος σε ύφεση, υποχώρηση της ανταγωνιστικότητας (λόγω της αύξησης του κόστους του χρήματος), απότομη αύξηση της ανεργίας και της εξαθλίωσης, ενδεχομένως και φαινόμενα κοινωνικών εκρήξεων (ας θυμηθούμε τις ταραχές στα γκέτο του Los Angeles, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, σε μια περίοδο που συνδύαζε τα χαρακτηριστικά μιας «πρώιμης» κρίσης υπερσυσσώρευσης με τα αποτελέσματα της μονεταριστικής, νεοφιλελεύθερης πολιτικής των Ρήγκαν και Μπους). Στο πολιτικό επίπεδο, η διάλυση της ευρωζώνης θα απελευθερώσει διεργασίες στο εσωτερικό κυρίως της γερμανικής, αλλά και της γαλλικής αστικής τάξης και θα ενισχύσει δυνάμεις που κινούνται σε τροχιά αμφισβήτησης του ευρωατλαντισμού, επιφέροντας σημαντικό ρήγμα στο «δυτικό» στρατόπεδο, τη στιγμή ακριβώς που θα απαιτείται το πλέον «αρραγές μέτωπο» ενόψει της κλιμάκωσης της αντιπαράθεσης με το ρωσοκινεζικό άξονα. Παρακάτω τοποθετούμαστε (αρνητικά) ως προς το ενδεχόμενο ριζικής στροφής της Γερμανίας προς τη Ρωσία και την Κίνα. Ωστόσο, ακόμα και μια ορισμένη ταλάντευση ή αποστασιοποίηση από πλευράς της Γερμανίας (σαν αποτέλεσμα της οικονομικής και πολιτικής της αποδυνάμωσης), θα μπορούσε να αποβεί εξαιρετικά αρνητική για το ευρωατλαντικό στρατόπεδο στη σύγκρουση με τον «ανατολικό», «ευρασιατικό» άξονα Ρωσίας-Κίνας κλπ.


Από την άλλη, η Γερμανία δε μπορεί να «σηκώσει» το βάρος μιας μετωπικής ρήξης με τις ΗΠΑ από τη στιγμή που υστερεί δραματικά σε στρατιωτική ισχύ και πρόσβαση στις πηγές ενεργειακών και άλλων στρατηγικών πρώτων υλών. Το εγχείρημα του «βόρειου σκληρού ευρώ» για να έχει ελπίδες επιτυχίας προϋποθέτει πολιτικοστρατιωτικό backup που δε διαθέτει, προς το παρόν, ο γερμανικός ιμπεριαλισμός από μόνος του και θα μπορούσε να το προσφέρει μόνο μια δραματική στροφή προς Ρωσία και Κίνα. Εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι μια τέτοια επιλογή θα είχε ως αποτέλεσμα μια ριζική αλλαγή στον παγκόσμιο συσχετισμό με το ενδεχόμενο ενός παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού πολέμου να γίνεται πια όλο και λιγότερο απίθανο. Πέραν της, ενδεχομένως δικαιολογημένης δυσπιστίας απέναντι σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο στην εποχή των πυρηνικών οπλοστασίων μεγάλης κλίμακας, το βασικό λογικό αντεπιχείρημα σε μια τέτοια περίπτωση είναι ότι από μια συμμαχία Γερμανίας-Ρωσίας-Κίνας – ακόμα και στην περίπτωση νίκης της σε έναν γενικευμένο πόλεμο – δεν είναι διόλου το πιθανότερο ότι θα έβγαινε η γερμανική αστική τάξη κυρίως ωφελημένη. Ιστορικά, στους δύο προηγούμενους παγκόσμιους πολέμους που ενεπλάκη ο γερμανικός ιμπεριαλισμός είχε εξασφαλισμένη την πολιτική και στρατιωτική πρωτοκαθεδρία στο στρατόπεδό «του». Είναι ολοφάνερο ότι σήμερα αυτή η ουσιωδέστατη συνθήκη απουσιάζει. Αναρωτιέται κανείς για ποιο λόγο η γερμανική αστική τάξη θα έπαιρνε για τρίτη (και ίσως και «χαριστική» αυτή τη) φορά το τεράστιο ιστορικό ρίσκο να σύρει τη χώρα σε μια γενικευμένη αντιπαράθεση, χωρίς καν να προσδοκά τη μερίδα του λέοντος σε περίπτωση νίκης. Επιπλέον, οι «ανατολικές» βλέψεις του γερμανικού ιμπεριαλισμού και η έξοδός του στις πηγές των πρώτων υλών στρατηγικής σημασίας (Κασπία, Μέση Ανατολή κλπ.) ήταν και είναι ιστορικά πάγιες και καταγεγραμμένες – είναι αφελές να πιστεύει κανείς ότι η λύσσα της ναζιστικής Γερμανίας στο ανατολικό μέτωπο είχε μόνο «ταξικά» κίνητρα. Αν από κάπου προσδοκά η γερμανική αστική τάξη ένα μερίδιο σε αυτή τη λεία, αυτό μπορεί να είναι πιθανότατα μόνο μέσω της επικράτησης του ευρωατλαντικού μπλοκ απέναντι στο ρωσοκινεζικό. Από τη σκοπιά αυτή, είναι σημαντική εξέλιξη που επιβεβαιώνει τη βασική μας συλλογιστική, η πρόσφατη κινητικότητα στην ΕΕ, ώστε η τελευταία να αποκτήσει λόγο και πρόσβαση στα γεωπολιτικά του πετρελαίου της ΝΑ Μεσογείου, με αποκορύφωμα την – για πολλούς «ακατανόητη» απόφαση του Eurogroup για το «κούρεμα» των καταθέσεων των Κυπριακών τραπεζών. Είναι μάλλον λιγότερο πιθανό να ερμηνεύσει κανείς την εξέλιξη αυτή ως εκδήλωση των αντιθέσεων Γερμανίας-ΗΠΑ, χωρίς να σημαίνει ότι δεν είναι υπαρκτές. Το κύριο, όμως, είναι η εμπλοκή της ΕΕ με τις «ευλογίες» (όσο το πράγμα δεν «ξεφεύγει» σε «περίεργες» ατραπούς) των ΗΠΑ, σε μια κατεύθυνση υπονόμευσης της ενεργειακής διείσδυσης της Ρωσίας στην Ευρώπη. Επομένως, εκτιμούμε ότι προς το παρόν δεν τίθεται ζήτημα στροφής τη Γερμανίας προς τη Ρωσία και την Κίνα και δύσκολα πρόκειται να τεθεί και στο μέλλον. Από την άλλη, στο βαθμό που αυτή η επιλογή αποκλείεται, το «σκληρό ευρώ» είναι απλώς καταδικασμένο να αποτύχει: το τίμημά του θα είναι η απώλεια ανταγωνιστικής θέσης και εξαγωγικών επιδόσεων, που με τη σειρά της θα μεταφέρει ακόμα πιο γρήγορα και δραματικά την κρίση στην ίδια τη Γερμανία, απειλώντας τη με συνολική υποχώρηση της θέσης της στην παγκόσμια σκακιέρα, οικονομικά και πολιτικά.