Κυριακή, 5 Δεκεμβρίου 2010

Η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη – Τόσο το χειρότερο γι αυτούς! (Μέρος Πρώτο)


Στο τελευταίο μας κείμενο που αναρτήθηκε περίπου πριν δυο μήνες και πάντως πριν τις πρόσφατες εξελίξεις και τις εκλογές, γράφαμε για το πόσο επικίνδυνη είναι η κατάσταση που διαμορφώνεται, στο φόντο της κρίσης, των τυχοδιωκτικών επιλογών της κυρίαρχης μερίδας της αστικής τάξης και των ολοένα και πιο οξυμένων ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων. Προβλέπαμε ότι στην προσπάθειά της για σταθεροποίηση του πολιτικού της συστήματος θα αξιοποιηθούν όλοι οι «πρόθυμοι», ανεξάρτητα του προσωπείου που θα φορέσουν – κεντρώου, «κεντροαριστερού», «υπεύθυνου», αντιμνημονιακού, «αριστερού» κλπ. – με κοινό στόχο και σκοπό τον έλεγχο και το καναλιζάρισμα της λαϊκής δυσαρέσκειας, που αναπόφευκτα θα αναπτύσσεται και θα οξύνεται καθημερινά. Οι εξελίξεις δικαίωσαν απόλυτα αυτή την εκτίμησή μας. Σήμερα, ήρθε η ώρα να κάνουμε μια κάπως πιο ψύχραιμη αποτίμηση της πορείας του διαστήματος αυτού.

Οι εκλογές της μαζικής αποσυσπείρωσης

Γι αυτό καθαυτό το εκλογικό αποτέλεσμα, δε γράψαμε κάτι μέχρι σήμερα και θα σταθούμε λίγο και στο παρόν σημείωμά μας. Η «πρώτη ανάγνωσή» του, άλλωστε δε δίνει πολλά περιθώρια παρερμηνειών. Φυσικά, δεν εννοούμε τα προπαγανδιστικά «προπετάσματα καπνού» των συστημικών ΜΜΕ που βάλθηκαν την επομένη να παρουσιάσουν τις άνω του ενός εκατομμυρίου απώλειες ψήφων του ΠΑΣΟΚ ως …νίκη και …καθαρή εντολή, και τις άνω των πεντακοσίων χιλιάδων απώλειες ψήφων της ΝΔ ως …ανάκαμψη. Αν δει κανείς τα αποτελέσματα με «καθαρό μάτι», θα κατανοήσει το προφανές: το εκλογικό αποτέλεσμα έφερε στην επιφάνεια, αποτύπωσε περισσότερο ή λιγότερο ανάγλυφα, μια σειρά από διεργασίες, θετικές εν γένει, που διεξάγονται αυτή την περίοδο στις λαϊκές συνειδήσεις. Ας τις παρακολουθήσουμε.

Είναι εντυπωσιακή, ασφαλώς, η αποστοίχιση ενός πολύ σημαντικού μέρους του λαού από τα δυο μεγάλα αστικά κόμματα εξουσίας. Η απώλεια παραπάνω από ενάμιση εκατομμύριο ψηφοφόρων είναι από μόνη της ένα πολύ σημαντικό γεγονός. Σε τούτο, θα πρέπει να συνυπολογίσουμε και τις απώλειες που κατέγραψαν σε ψήφους και οι «συνοδοιπόροι» του συστήματος, ΣΥΡΙΖΑ και ΛΑΟΣ, γεγονός που έδειξε την αδυναμία τους – αυτή τη φορά – να λειτουργήσουν «προστατευτικά» στην κρίση του πολιτικού συστήματος.

Που διοχετεύθηκε αυτή η αποστοίχιση; Χωρίς αμφιβολία το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της διοχετεύθηκε στην αποχή, το άκυρο και το λευκό. Στον πρώτο γύρο οι παραπάνω επιλογές κατέγραψαν ένα εκπληκτικό άθροισμα περίπου 4.4 εκατομμυρίων ανθρώπων, δηλαδή περίπου το 45% (!) των εγγεγραμμένων. Στο δε δεύτερο γύρο, εκεί δηλαδή όπου η αναμέτρηση είχε καθαρά χαρακτήρα ενδο-δικομματικής «αντιπαράθεσης», η αποχή και το άκυρο-λευκό έφτασαν το 59% (!) επί των εγγεγραμμένων στις περιφέρειες όπου διεξήχθη ψηφοφορία (δηλ. στις 11 από τις 13 πανελλαδικά).

Κατά δεύτερο λόγο, η αποστοίχιση αυτή διοχετεύθηκε στο ΚΚΕ. Μπορεί ο αριθμός των 76 χιλιάδων περίπου που είναι η καθαρή αύξηση των ψήφων του Κόμματος (περισσότερες από 590 χιλιάδες συνολικά) να είναι μάλλον μικρός σε σύγκριση με τον όγκο της αποχής-άκυρων-λευκών, ωστόσο το ποιοτικό-πολιτικό του «πρόσημο» είναι πολύ περισσότερο σημαντικό, όπως θα εξηγήσουμε στη συνέχεια.

Περίπου τις μισές από τις απώλειες του ΣΥΡΙΖΑ τις καρπώνεται η ΑΝΤΑΡΣΥΑ (ξεπέρασε τις 97 χιλ. ψήφους πανελλαδικά, αυξανόμενη κατά λίγο περισσότερο από 70 χιλ. ψήφους σε σχέση με το 2009), υποδηλώνοντας τη λειτουργία συγκοινωνούντων δοχείων μεταξύ των δυο χώρων. Ασήμαντες είναι οι αυξομειώσεις άλλων πολιτικών σχηματισμών, άλλωστε οι περισσότεροι συμμετείχαν στις εκλογές δορυφορικά προς τα κυρίαρχα σχήματα (π.χ. οι Οικολόγοι συνεργάστηκαν με το κόμμα του Κουβέλη, αλλού με το ΣΥΡΙΖΑ, αλλού και με τους δυο κλπ.).

Κυοφορούνται θετικές διεργασίες…

Τι μπορεί κανείς να δει πίσω από αυτούς τους αριθμούς; Ποιες είναι οι διεργασίες που αποτυπώνονται;

Η τεράστια αποχή και το ρεύμα του άκυρου/λευκού, αποτελούν ένα αμάλγαμα όπου συνυπάρχουν διαφορετικές, αντιφατικές στάσεις και τάσεις. Συνυπάρχει μια, βασικά αντιδραστική, τάση ιδιώτευσης και συνολικότερης απομάκρυνσης από την πολιτική πάλη (όπως εκφράστηκε π.χ. με ένα μέρος της αποχής και στις περυσινές ευρωεκλογές) με μια πολύμορφη, θολή, ρηχή ως προς το πολιτικό βάθος και γεμάτη αυταπάτες, τάση αμφισβήτησης της κυρίαρχης πολιτικής.

Στο θολό αυτό τοπίο, μπορεί κανείς να δει – συχνά συγχρόνως – την αυταπάτη ότι η κρίση και τα μέτρα έχουν ένα προσωρινό χαρακτήρα, την αυταπάτη (κυρίως ενός κόσμου του ΠΑΣΟΚ) ότι υπάρχει περιθώριο «διόρθωσης» του ΠΑΣΟΚ και «επαναφοράς» του στις «αριστερές» του ρίζεις – τάση που εν μέρει μόνο εκφράστηκε σε ψηφοδέλτια στυλ Δημαρά – και είδε τις εκλογές ως ευκαιρία να «στείλει εσωκομματικό μήνυμα», αλλά και τη γενικότερη αυταπάτη ότι μπορεί να βρεθεί δρόμος διεξόδου χωρίς σύγκρουση, «συναινετικός».

Στο χώρο αυτό, λοιπόν, πέραν της σαφούς αποστροφής και διαμαρτυρίας προς την κυρίαρχη πολιτική, μπορεί κανείς να δει και μια σειρά εν δυνάμει κριτήρια πολιτικής τοποθέτησης, όπως η ανάγκη συναίνεσης, το «καλό ΠΑΣΟΚ» κλπ., που τον καθιστούν ευάλωτο στους ελιγμούς της αστικής πολιτικής και προπαγάνδας. Από την άλλη, η έστω και προσωρινή αποστοίχιση ενός τόσο σημαντικού τμήματος των λαϊκών στρωμάτων από τις δομές του αστικού πολιτικού συστήματος – η οποία ειρήσθω εν παρόδω δεν ήταν καν «επιθυμητή» γι αυτό και η αποχή στις εκλογές αυτές δεν προπαγανδίστηκε από τους μηχανισμούς του συστήματος όπως έγινε στις ευρωεκλογές του 2009, το αντίθετο μάλιστα – δίνει αναμφίβολα τη δυνατότητα και την ευκαιρία στον αντικαπιταλιστικό πολιτικό λόγο του ΚΚΕ να αναζητήσει τρόπους για να χτίσει πολιτικούς δεσμούς με ένα μέρος αυτού του τεράστιου μαζικού ρεύματος.

Πολύ περισσότερο που, αναφορικά με το ΚΚΕ, η αύξηση των 76 χιλιάδων ψήφων αποτυπώνει μια τάση ενδυνάμωσης, έστω αργής, του κοινωνικού ρεύματος που αναζητά τη διέξοδο στη σύγκρουση με την εφαρμοζόμενη πολιτική και όχι στη συνδιαλλαγή και στη διαπραγμάτευση εντός του πλαισίου της. Πρόκειται για μια τάση με σαφώς εντοπισμένα τα ταξικά της χαρακτηριστικά. Τα ποσοστά της Λαϊκής Συσπείρωσης είναι ιδιαίτερα αυξημένα εκεί ακριβώς που συγκεντρώνονται οι μεγαλύτερες μάζες της εργατικής τάξης και της φτωχής αγροτιάς (αστικά κέντρα, βιομηχανικές περιοχές, αγροτική Θεσσαλία). Στην Αττική, για παράδειγμα, στο Δυτικό Τομέα που αντιστοιχεί στις πιο λαϊκές, εργατικές γειτονιές (αλλά και στον Τομέα Πειραιά που περιλαμβάνει τη στεφάνη των εργατογειτονιών, όπως το Κερατσίνι, το Πέραμα κλπ.) η Λαϊκή Συσπείρωση είναι δεύτερη, μπροστά από τη ΝΔ(!). Ασφαλώς θα ήταν εξωπραγματική η υπόθεση ότι το σύνολο της ψήφου στο ΚΚΕ εκφράζει μια ολοκληρωμένη, ως το τέλος συνεπή αντικαπιταλιστική συνείδηση, μιας και είναι φανερό ότι ένα μέρος της είναι και ψήφος διαμαρτυρίας. Θα ήταν όμως, άλλο τόσο εκτός πραγματικότητας η αποσιώπηση της τάσης ενδυνάμωσης του αντικαπιταλιστικού ρεύματος στην ελληνική κοινωνία, όπως αυτό εκφράστηκε με τη συγκεκριμένη ψήφο.

Έχει επίσης ένα ενδιαφέρον το να δει κανείς τι δυναμική αποτυπώνει το συγκεκριμένο εκλογικό αποτέλεσμα στο εσωτερικό του οπορτουνιστικού χώρου (ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ). Η «τριχοτόμηση» του ΣΥΡΙΖΑ, διαμορφώνει, από τη μια δυο βασικά ρεύματα (ΣΥΝ και ΔΗ.ΑΡΙ.) που εκφράζουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την τάση απευθείας συνδιαλλαγής με τη σοσιαλδημοκρατία («παραδοσιακή» και «εκσυγχρονιστική», αντίστοιχα), αλλά και ένα τρίτο που μαζί με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα παίξει το ρόλο της συστημικής «άκρας αριστεράς» που θα έχει επιφορτιστεί με το καθήκον της στεγανοποίησης του συστήματος από τα αριστερά του. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, πριμοδοτήθηκε ως ένα βαθμό – με τη φιλολογία περί μεταναστών κλπ. – η αντίστοιχη «άκρα δεξιά» στο πρόσωπο της νεοναζιστικής «Χρυσής Αυγής».

Μια αναγκαία διευκρίνιση στο σημείο αυτό: η αναφορά γίνεται με κριτήριο τον πολιτικό λόγο του «Μετώπου Αλαβάνου» και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και όχι με βάση το τι έχει στο μυαλό του ένας κόσμος που ψήφισε αυτά τα σχήματα. Ίσα-ίσα, το γεγονός ότι ενισχύθηκε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ (που είναι φορέας μιας περισσότερο «αντικαπιταλιστικής» ρητορικής, σε σχέση με το «Μέτωπο» και τον υπόλοιπο ΣΥΡΙΖΑ) αποτυπώνει μια γενικότερη μετατόπιση προς τα «αριστερά», ακόμα και στο εσωτερικό του μικροαστικού-οπορτουνιστικού ρεύματος. Στη βάση αυτή, αναμφισβήτητα αναδεικνύονται δυνατότητες για το κέρδισμα των πιο πρωτοπόρων στοιχείων του χώρου αυτού με την επαναστατική γραμμή. Από την άλλη αναδεικνύεται ακριβώς η ανάγκη ακόμα μεγαλύτερης και πιο τεκμηριωμένης έντασης και επικέντρωσης του ιδεολογικού και πολιτικού μετώπου του ΚΚΕ στις συγκεκριμένες αντιλήψεις που θα «πουληθούν» ιδιαίτερα το επόμενο διάστημα από τους μηχανισμούς του συστήματος (βλ. «Αριστερό Βήμα» κλπ.), ακριβώς ως μοναδική και αναγκαία προϋπόθεση για να υπάρξει αυτό το κέρδισμα.

Με ποια έννοια μπορούμε να πούμε ότι δικαιώνεται το ΚΚΕ;

Σε μια σειρά συζητήσεις, αρθρογραφίες στα ΜΜΕ κλπ. μπορεί κανείς να διαβάσει την εκτίμηση ότι το ΚΚΕ ήταν ο «νικητής των εκλογών», υπό την έννοια των πολύ υψηλών ποσοστών που απέσπασε. Βεβαίως, το ίδιο το ΚΚΕ απέφυγε – όπως άλλωστε όφειλε – μια τέτοια εκτίμηση. Μια τέτοια τοποθέτηση, αν και έχει βάση ως ένα σημείο, δεν είναι στο σύνολό της σωστή, μπορεί να οδηγήσει σε εντελώς λάθος πολιτικά συμπεράσματα.

Καταρχάς, είναι λάθος το κριτήριο «αξιολόγησης» με βάση την εκλογική επίδοση. Εδώ, δεν πρόκειται μόνο για την αξιολόγηση με βάση το ποσοστό και όχι τον απόλυτο αριθμό των ψήφων, μια μεθοδολογία που συγκαλύπτει το μείζον δεδομένο της αποχής. Σε παλιότερο κείμενό μου, του περασμένου Οκτώβρη, είχα εξηγήσει γιατί και οι ψήφοι και τα ποσοστά έχουν τη σημασία τους. Εδώ, όμως, πρόκειται κυρίως για το ότι, με βάση αυτό το κριτήριο, η ορθότητα της στρατηγικής και της τακτικής του ΚΚΕ κρίνεται από το εκάστοτε εκλογικό του αποτέλεσμα. Από όποια σκοπιά και αν το δει κανείς, θεωρητικά, πολιτικά, ιστορικά, πρόκειται για μια βαθιά λαθεμένη αντίληψη που κρύβει, επί της ουσίας, ισχυρές κοινοβουλευτικές αυταπάτες. Η εκλογική επιρροή ενός ΚΚ και η ορθότητα της πολιτικής του γραμμής δεν είναι δυο ισοδύναμες λογικά προτάσεις. Βεβαίως, μια λαθεμένη πολιτικά γραμμή οδηγεί συνήθως σε εκλογικές αποτυχίες. Λέω «συνήθως» γιατί, π.χ. η πολύ καλή εκλογική επίδοση του ενιαίου Συνασπισμού στις πρώτες εκλογές το 1989 είναι αμφίβολο αν μπορεί να αποδοθεί στην ορθότητα της τότε πολιτικής γραμμής του. Σε κάθε περίπτωση, όμως, το αντίθετο δεν ισχύει. Τα εκλογικά ποσοστά του ΚΚΕ σε όλη τη δεκαετία του 1990 παρέμειναν σχετικά χαμηλά, παρά το γεγονός ότι ήδη από τα μέσα της δεκαετίας ο στρατηγικός προσανατολισμός του Κόμματος είχε αλλάξει, με την ψήφιση του σημερινού προγράμματος, το 1996. Ομοίως, τη διετία 2007-2009 η οποία σηματοδότησε τη διαμόρφωση των όρων για την κυβερνητική εναλλαγή του περυσινού Οκτώβρη, τα ποσοστά του ΚΚΕ εμφάνισαν κάμψη.

Βεβαίως, όπως ανέλυσα στο κειμενό μου πέρυσι, μετά τις εκλογές της 4ης Οκτώβρη, η προσεκτικότερη ανάλυση, με βάση και τη διακύμανση των απόλυτων ψήφων, αναδείκνυε ότι στην πενταετία της ΝΔ η εκλογική επιρροή του ΚΚΕ αυξήθηκε κατά 80 χιλ. ψήφους ή 1.6%. Η αποσπασματική αξιολόγηση της πολιτικής επιρροής από εκλογές σε εκλογές, χωρίς μελέτη των πολιτικών χαρακτηριστικών τους και αναγωγή στη συγκυρία, λέγαμε τότε, οδηγεί σε λάθος πολιτικά συμπεράσματα, συγκαλύπτει τη μακροχρόνια τάση που είναι και η μόνη σωστή μεθοδολογικά προσέγγιση μέτρησης της εκλογικής επιρροής. Από αυτή τη σκοπιά, η αύξηση των 76 χιλ. ψήφων φέτος, σε σχέση με τον περυσινό Οκτώβρη θα πρέπει να εκτιμηθεί περισσότερο στην ποιοτική της διάσταση – στην οποία και επέμεινα στην προηγούμενη ενότητα – παρά στην ποσοτική. Ακόμα και με αυτή την επισήμανση, όμως, δεν έχουμε θίξει την πολιτική ουσία του ζητήματος που είναι: ποια είναι τα πολιτικά κριτήρια αξιολόγησης της ορθότητας της γραμμής ενός ΚΚ;

Στο ίδιο κείμενό μου, πέρυσι, αναφέρθηκα σε τρία πολύ βασικά πολιτικά κριτήρια: πρώτον, στο κατά πόσο η γραμμή βοηθά στην άνοδο του μαζικού κινήματος ώστε να αντιστοιχηθεί, καταρχήν ποσοτικά, στο μέγεθος της λαϊκής αγανάκτησης και οργής. Δεύτερον, στο κατά πόσο σηματοδοτεί έναν πολιτικό προσανατολισμό του κινήματος τέτοιο που να μην το εγκλωβίζει στους ελιγμούς της αστικής και οπορτουνιστικής πολιτικής, μια κατεύθυνση ρήξης και αντεπίθεσης στην πολιτική των μονοπωλίων και της ΕΕ και τρίτον, στο κατά πόσο φέρνει εύστοχα και τεκμηριωμένα στην επικαιρότητα της πολιτικής αντιπαράθεσης το ζήτημα της στρατηγικής διεξόδου, του άλλου δρόμου ανάπτυξης, κατά πόσο δηλαδή μπορεί να αναδεικνύει με πειστικό τρόπο ότι ο σοσιαλιστικός δρόμος ανάπτυξης είναι η μόνη ρεαλιστική, αληθινά φιλολαϊκή διέξοδος. Τι έδειξε λοιπόν η ζωή μέχρι σήμερα; Με βάση αυτά τα κριτήρια, πως μπορεί κανείς να αξιολογήσει τη δράση του ΚΚΕ μέχρι τις μέρες αυτές;

Στο ζήτημα του αγωνιστικού προσανατολισμού, ποιος μπορεί να αμφισβητήσει ότι χωρίς την ύπαρξη και δράση του ΠΑΜΕ – που είναι το «εργαλείο» υλοποίησης της γραμμής του ΚΚΕ για την ταξική ενότητα δράσης του εργατικού κινήματος – οι κινητοποιήσεις της άνοιξης δε θα είχαν συμβεί καν; Αν το ΠΑΜΕ δεν έσπαγε τα τείχη του κοινωνικού διαλόγου για το Ασφαλιστικό, δεν προχωρούσε – με απίστευτες δυσκολίες, θυσίες και ηρωισμό των στελεχών του που οργάνωσαν απεργίες ακόμα και χωρίς την κάλυψη των συμβιβασμένων συνδικάτων της ΓΣΕΕ – σε απεργίες και διαδηλώσεις στο Λιμάνι, στη Ζώνη του Περάματος, στα εργοτάξια του Λάτση στην Πετρόλα, στο Λαναρά, στα «JUMBO» κλπ., μπορεί κανείς να φανταστεί ότι οι «ιππότες του κοινωνικού εταιρισμού» της ΓΣΕΕ/ΑΔΕΔΥ θα είχαν συρθεί στις κινητοποιήσεις; Σωστά αρκετοί αποδίδουν ένα μεγάλο μέρος από το ελπιδοφόρο εκλογικό αποτέλεσμα του ΚΚΕ στη δράση του ΠΑΜΕ. Θα έπρεπε όμως να συμπληρώσουν ότι το ΠΑΜΕ υπάρχει γιατί το ΚΚΕ είχε μια τέτοια γραμμή ταξικής ενότητας και πάλης και όχι το αντίστροφο.

Στο ζήτημα του πολιτικού προσανατολισμού, ποιος μπορεί σήμερα ειδικά να αμφισβητήσει την πλήρη δικαίωση των πολιτικών θέσεων του ΚΚΕ; Όταν το Κόμμα διακήρυττε ότι η κρίση φέρνει το χρέος και το δημοσιονομικό ξεχαρβάλωμα κι όχι το αντίστροφο, ότι ο ίδιος ο καπιταλισμός φέρνει την κρίση κι όχι μια μορφή διαχείρισής του (η νεοφιλελεύθερη π.χ.), πολλοί στη λεγόμενη «αριστερά» κι όχι μόνο, γελούσαν ειρωνικά. Σήμερα που τα μέτρα λαμβάνονται με ρυθμούς χιονοστιβάδας σε όλη την ΕΕ, μέτρα πανομοιότυπα, που τα επιχειρήματα του George για «συναίνεση» και «ομοψυχία» είναι οι σημαίες όλων των ηγετών του κεφαλαίου στην ΕΕ, για να κάμψουν τις λαϊκές αντιδράσεις και τους εργατικούς αγώνες σε όλη την ήπειρο, ποιος μπορεί ακόμα να πιστεύει στις ανοησίες περί «καμμένης γης» που παρέδωσε, τάχα, η ΝΔ στο ΠΑΣΟΚ, περί «εθνικής ιδιομορφίας της κρίσης», περί κρίσης χρέους κλπ; Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει – κύριοι του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, «αριστεροί οικονομολόγοι» και λοιποί της συντροφίας – ότι αν κάποιο συμπέρασμα προκύπτει από τη συγκυρία είναι ότι καμία από τις εναλλακτικές μορφές αστικής διαχείρισης (μονεταριστική ή «επεκτατική» πολιτική) δε μπορεί να αποτελέσει, όχι μόνο φιλολαϊκή διέξοδο, αλλά ούτε καν διέξοδο για την αστική τάξη; Δεν είναι, άραγε, το ΚΚΕ το μοναδικό πολιτικό κόμμα που θέτει σήμερα ως γραμμή συσπείρωσης στο μαζικό, λαϊκό κίνημα την συνολική καταδίκη της γραμμής του κεφαλαίου και της ΕΕ, την ανάγκη ρήξης όχι απλά με τις κυβερνήσεις και τα εργαλεία πολιτικής, τύπου Μνημονίου, Προγράμματος Σταθερότητας κλπ., αλλά και με την ίδια την εξουσία των μονοπωλίων και τις δεσμεύσεις της χώρας (τη συμμετοχή στην ΕΕ, το ΝΑΤΟ κλπ.); Ποιος σήμερα μπορεί τεκμηριωμένα να αμφισβητήσει ότι αυτός ακριβώς είναι ο μοναδικός πολιτικός προσανατολισμός που μπορεί να διασφαλίσει την ταξική ανεξαρτησία του λαϊκού κινήματος, απέναντι στις κινήσεις εγκλωβισμού του στη μέγγενη των ενδοαστικών και ενδοιμπεριαλιστικών αντιθέσεων; Στο επόμενο κείμενό μας, θα κάνουμε μια εκτενέστερη αναφορά ειδικά σε αυτό το ζήτημα.

Στο ζήτημα, τέλος, της ζύμωσης υπέρ του σοσιαλιστικού δρόμου ανάπτυξης ποιο άλλο κόμμα βάζει σήμερα κιόλας στην ημερήσια διάταξη την αντικειμενική δυνατότητα που προσφέρει η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη χώρα μας, για να βαδίσουμε σε αυτόν τον δρόμο; Όταν οι πιο «αριστερές», «αντικαπιταλιστικές» κλπ. φωνές της οπορτουνιστικής «αριστεράς» φτάνουν, ασθμαίνοντας, μέχρι την κρατικοποίηση των χρεωκοπημένων τραπεζών και των (πρώην και νυν) ΔΕΚΟ, τον εσωτερικό δανεισμό με «λαϊκό ομόλογο», τη στάση πληρωμών και την αναδιαπραγμάτευση του χρέους – δηλαδή μέτρα στα οποία προχωρούν η μια μετά την άλλη οι ίδιες οι αστικές κυβερνήσεις σε όλη την ΕΕ, ποιο άλλο κόμμα εκτός του ΚΚΕ μιλάει σήμερα για τη ρεαλιστική δυνατότητα άμεσης κατάργησης της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας σε ΟΛΑ τα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής και κυκλοφορίας του πλούτου (δηλαδή, σε όλα τα μονοπώλια, τη μεγάλη γαιοκτησία, την πίστη, το εξωτερικό εμπόριο κλπ.); Ποιο άλλο κόμμα συνδέει αυτές τις αλλαγές με την κατάργηση της εξουσίας των μονοπωλίων, τον πανεθνικό κεντρικό σχεδιασμό της οικονομίας στη θέση της αναρχίας της καπιταλιστικής παραγωγής, τον εργατικό έλεγχο μέσω των θεσμών της Λαϊκής Εξουσίας;

Δεν είναι λοιπόν μόνο το εκλογικό αποτέλεσμα που αποδεικνύει την ορθότητα της γραμμής του ΚΚΕ. Βεβαίως, καταγράφηκαν και σ’αυτό το επίπεδο οι θετικές διεργασίες, για τις οποίες μίλησα προηγουμένως. Αλλά αυτή η καταγραφή δε θα μπορούσε να υπάρξει αν δεν είχαν προηγηθεί όλα τα άλλα στοιχεία της δράσης του Κόμματος, που υπήρχαν και δρούσαν και πριν από τις εκλογές και θα συνεχίσουν και μετά από αυτές, μέχρι που η ανάγκη «μέτρησης της θερμοκρασίας της πολιτικής συνείδησης της εργατικής τάξης», όπως έλεγε ο Ένγκελς να καταστήσει περιττή κάθε ανάγκη επόμενης καταγραφής της – γιατί θα΄χει έρθει το «σημείο βρασμού» και «οι εργάτες και οι κεφαλαιοκράτες θα ξέρουν πολύ καλά και οι δυο τι να κάνουν»…

Συμπέρασμα

Στο σύνολό της, η πραγματικότητα όπως αποτυπώθηκε στο εκλογικό αποτέλεσμα μπορεί να κωδικοποιηθεί σε μια φράση: το αστικό πολιτικό σύστημα εισήλθε σε μια φάση που, υπό προϋποθέσεις, μπορεί να οδηγήσει σε παραπέρα αποσταθεροποίηση και αστάθεια. Ποιες είναι αυτές οι προϋποθέσεις, ποια τα σενάρια και οι κινήσεις των διαφόρων μερίδων της αστικής τάξης και ποια τα καθήκοντα του επαναστατικού κινήματος; Είναι μερικά από τα ζητήματα που θα μας απασχολήσουν στο δεύτερο μέρος αυτής της ανάλυσης, που θα δημοσιευθεί σε λίγες μέρες.